ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Σοφοκλης
Αιας
ορω γαρ ημας ουδεν οντας αλλο πλην
ειδωλ. οσοιπερ ζωμεν η κουφην σκιαν.
τοιαυτα τοινυν εισορων υπερκοπον
μηδεν΄ ποτε΄ ειπης αυτος εις θεους επος,
μηφ΄ ογκον αρη μηδεν, ει τινος πλεον
η χειρι βριθεις η μακρου πλουτου βαθει.
ως ημερα κλινει τε καναγει παλιν
απαντα τανθρωπεια. του δε σωφρονος
θεοι φιλουσι και στυγουσι τους κακους [αιας, 125-133]
μεταφραση.
γιατι βλεπω πως οι θνητοι δεν ειμαστε τιποτα περισσοτερο
απο φαντασματα, οσοι βεβαια ζουμε, η απο κουφιο ισκιο.
λοιπον, βλεποντας αυτα, λογο περηφανο
ποτε μην ξεστομισεις εναντια στους θεους
μητε να καυχηθεις, αν εισαι ανωτερος απο καποιον
στη δυναμη των χεριων η σε μεγαλο πλουτο.
γιατι μια μερα μονο χαμηλωνει και υψωνει παλι
ολα τα ανθρωπινα. τους φρονιμους
αγαπουν οι θεοι και τους κακους μισουν.
για το φθονο.
προς γαρ τον εχονθ΄ ο φθονος ερπει.
καιτοι σμικροι μεγαλων χωρις
σφαλερον πυργου ρυμα πελονται
μετα γαρ μεγαλων βαιος αριστ΄ αν
και μεγας ορθοιθ΄ υπο μικροτερων.
αλλ΄ ου δυνατον τους ανοητους
τουτων γνωμας προδιδασκειν [αιας, 157-163].
μεταφραση.
γιατι ο φθονος σερνεται προς εκεινο που ειναι δυνατος.
και βεβαια, μικρα λιθαρια χωρις μεγαλες πετρες
αδυναμη προστασια ειναι για καστρο.
γιατι κι ενας μικρος μπορει πολυ καλα
μαζι με μεγαλους να ορθωθει κι ενας μεγαλος
απο πιο μικρους.
όμως δε μπορει κανεις για τετοια πραγματα
σωστες ιδεες να βαζει σε μυαλο ανοητων ανθρωπων.
για τη γυναικα.
γυναι, γυναιξι κοσμον η σιγη φερει [αιας 293]. μεταφραση. γυναικα, η σιωπη στολιζει τις γυναικες.

Αναρχία.

Κρέων: Λοιπόν τι θέλεις; Στ’  αλήθεια, να με διώξεις από τη χώρα;

Οιδίποδας: Καθόλου! Να πεθάνεις θέλω, όχι να πας σε εξορία!

Κρέων: Ναι, αν ποιος είναι ο φθόνος μου, μου δείξεις…

Οιδίποδας: Μιλάς με διάθεση να μην υποχωρήσεις, να μην υπακούσεις;

Κρέων: Ναι, γιατί βλέπω πως σωστά δε σκέφτεσαι.

Οιδίποδας: Για μένα, ναι.

Κρέων: Μα πρέπει και για μένα.

Οιδίποδας: Από φυσικού σου είσαι κακός.

Κρέων: Κι αν τίποτα δε νιώθεις;

Οιδίποδας: Ωστόσο πρέπει να υπακούεις.

Κρέων: Όχι βέβαια, αν δεν κυβερνάς σωστά.

Οιδίποδας: Ω, πόλη, πόλη!

Κρέων: Κι εγώ έχω στη πόλη δικαιώματα, όχι εσύ μονάχα.

[ Οιδίποδας Τύραννος, 622-630]

Αισχυλος

Αισχύλος

Αισχύλος

προμηθεας δεσμωτης
άπας δε τραχυς οστις αν νεον κρατη [στ· 35], {κι ειναι σκληροψυχος ο καθε νεος αφεντης}.
την πεπρωμενην δε χρη αισαν φερειαν ως ραστα, γιγνωσκονθ′ οτι το της αναγκης εστ′ αδηριτον σθενος [στ· 103-105], {πρεπει την τυχη τη μοιρογραφτη ο καθενας μ′ αλυγιστη καρδια να τη νασταζει, μια και το ξερει ποσο ανικητη ειναι της αναγκης η δυναμη}.
ένεστι γαρ πως τουτο τη τυραννιδι νοσημα τοις φιλοισι μη πεποιθεναι [στ· 236-237], {τι ετου-τη η αρρωστεια φαινεται πως δερνει παντα τον καθε τυραννο, να μη πιστευει τους φιλους}.
θνητους δ′ εν οικτω προθεμενος, τουτου τυχειν ουκ ηξιωθην αυτος [στ· 251], {κι ενω εδειξα συμπονοια στους ανθρωπους σπλαχνια δεν βρηκα}.
ελαφρον οστις πηματων εξω ποδα εχει παραινειν νουθετειν τε τους κακως πρασσοντας [στ· 275], {αλαργα απο τα δεινα οπιος στεκει, ορμηνειες δινει και συμβουλες ς′ αυτους που πα-σχουν}.
γιγνωσκε σαυτον και μεθαρμοσαι τροπους νεους· νεος γαρ και τυραννος εν θεοις [στ· 321], {νιωσε τη θεση σου και τους παλιους σου τροπους αλλαξε με καινουργιους· τι καινουργιος και των θεων ο βασιλιας}.
τοιαυτα μεντοι της αγαν υψηγορου γλωσσης, προμηθευ, ταπιχειρα γιγνεται. συ δ′ ουδεπω τα-πεινος ουδ′ εικεις κακοις, προς τοις παρουσι δ′ αλλα προσλαβειν θελεις. ουκουν εμοιγε χρωμε-νος διδασκαλω προς κεντρα κωλον εκτενεις, ορων οτι τραχυς μοναρχος ουδ′ υπευθυνος κρατει. και νυν εγω μεν ειμι και πειρασομαι εαν δυνωμαι τωνδε ς′ εκλυσαι πονων· συ δ′ ησυχαζε μηδ′ αγαν λαβροστομει, η ουκ οισθ′ ακριβως ων περισσοφρων οτι γλωσση ματαια ζημια προστριβε-ται; [στ· 330-340], {όμως την αμοιβη για κοιτα, προμηθεα, της γλωσσας που αχαλινωτα κο-μπαζει. ποτε σου ταπεινογνωμος δεν ησουν μητε στις συμφορες εμπρος λυγιζεις, παρα γυρευεις να προσθεσεις κιαλλα παθη ς′ εκεινα που χεις. αν με ακουσεις, θα παψεις να αγωνιζεσαι του κακου, βλεποντας πως ηγεμονευει αφεντης τραχυς κι ανευθυνος. πηγαινω τωρα και θα κοιτα-ξω, αν θα μπορεσω, να βρω τροπο να σε γλιτωσω απο τα βασανα σου τουτα· ησυχαζε κια κρα-τησε τη φορα των οργισμενων λογων. ή δεν ξερεις αφου μεστη εχεις γνωση, πως η γλωσσα η αστοχαστη κακο δικος της κανει;}.
ουκουν προμηθευ, τουτο γιγνωσκεις, οτι οργης νοσουσης εισιν ιατροι λογοι; εν τω προθυμει-σθαι δε και τολμαν τινα ορας ενουσαν ζημιαν; διδασκε με. μοχθον περισσον κουφονουν τ′ ευ-ηθιαν. έα με τηδε τη νοσω νοσειν, επει κερδιστον ευ φρονουνται μη φρονειν δοκειν [στ· 389-397], {μα προμηθεα, δεν ξερεις πως γιατρευουν τα λογια την υψχη την οργισμενη; και ποια βλεπεις ζημια σα θελει καποιος τολμη και προθυμια να δειξει; πες μου. περισσιο μοχθο κι α-μυαλην αφελεια. άσε να πασχω την αρρωστεια αυτη, ειναι κερδος αμυαλο να θαρρουν το μυαλωμενο}.
μη νυν βροτους μεν ωφελει καιρου περα, ς′ αυτου δ′ ακηδει δυστυχουντος [στ· 519], { μην ωφελεις περα απο το μετρο τους ανθρωπους, στη δυστυχια τον εαυτο σου παρατωντας}.
ηδυ τι θαρσαλεαις τον μακρον τεινειν βιον ελπισι, φαναις θυμον αλδαινουσαν εν ευφροσυναις [στ· 546], { ειναι γλυκο με θαρρετες ελπιδες το μακρος της ζωης σου να διαβαινεις και την καρδια σου με το φεγγος της ευτυχιας και της χαρας να θρεφεις}.
ως ταποκλαυσαι καποδυρασθαι τυχας ενταυθ′, οπου μελλοι τις οισεσθαι δακρυ προς των κλυο-ντων, αξιαν τριβην εχει [στ· 648], {γιατι δινει μεγαλη παρηγορια κι αλαφρωση οταν καποιος θρηνολογωντας τα πικρα του παθη, κανει να κλαψουν κι οσοι τον ακουνε}.
κρεισσον γαρ εισαπαξ θανειν η τας απασας ημερας πασχειν κακως [στ· 760], {το πιο καλο ει-ναι να πεθανεις μια για παντα παρα να τυραννιεσαι καθε μερα}.
η σοφος η σοφος ην ος πρωτος εν γνωμα τοδ′ εβαστασε και γλωσσα διεμυθολογησεν, ως το κηδευσαι καθ′ εαυτον αριστευει μακρω και μητε των πλουτω διαθρυπτομενων μητε των γεννα μεγαλυνομενων οντα χερνηταν εραστευσαι γαμων [στ· 898-904], {σοφος αληθεια ηταν σοφος αυτος που πρωτος μες στο νου του το ζυγιασε και τοπε πως δεν ειναι καλυτερο απ′ αυτο, γαμο να κανεις μ′ ανθρωπους της σειρας σου, μητε να θες να συγγενεψεις, οντας φτωχος, μ′ εκεινους που καυχιουνται για τα πολλα τους πλουτη, μητε μ′ οσους για τη μεγαλη τους γεννια κομπα-ζουν}.
της σης λατρειας την εμην δυσπραξιαν σαφως επιστας′, ου αν αλλαξαιμι εγω [στ· 979], {εγω τη δυστυχια μου, να το ξερεις, δεν θαλλαζα ποτε με τη σκλαβια σου}.
αλλ′ εκδιδασκει πανθ′ ο γηρασκων χρονος [στ· 995], {ο χρονος που γερνα δασκαλος ς′ ολα}.
συ δε παπταινε και φροντιζε, μηδ′ αυθαδιαν ευβουλιας αμεινον ηγηση ποτε [στ· 1047], {λοιπον στοχασου και προσεξε καλα, μητε να βαλεις πιο πανω απ′ τη σωστη γνωμη το πεισμα}.
αγαμεμνονας
ευμενιδες
ικετην, σεβει τοι ζευς τοδ΄ εκνομων σεβας,
ορμωμενον βροτοισιν ευπομπω τυχη [92-93] μεταφραση.
ο διας βεβαια προστατευει οσους οι νομοι των ανθρωπων κυνηγουν
και μ΄ ασφαλεια στο δρομο τους τους συνοδευει.
ευδουσα γαρ φρην ομμασιν λαμπρυνεται,
εν ημερα δε μοιρ΄ απροσκοπος βροτων [104-105].
μεταφραση.
διοτι οταν κοιμαται η ψυχη, τα ματια βλεπουν
πιο καθαρα.
τη μερα τα ματια των θνητων τη μοιρα τους δε βλεπουν.

Νίκος Καζαντζάκης

Νίκος Καζαντζάκης

Καζαντζακης
για τη λευτερια.
δεν ειναι η λευτερια πεσε πιτα να σε φαω• ειναι καστρο και το παιρνεις με το σπαθι σου. όποιος δεχεται απο ξενα χερια τη λευτερια ειναι σκλαβος. [καπεταν μιχαλης, σελ• 345].
μα μηπως κι αυτο δεν ειναι σκλαβια? να θυσιαζεσαι για μιαν ιδεα, για τη ρατσα σου, για το θεο? ‘η μηπως οσο πιο αψηλα στεκεται ο αφεντης τοσο και πιο μακραινει το σκοινι της σκλαβιας μας, πηδουμε τοτε και παιζουμε σε πολυ πλατυχωρο αλωνι, πεθαινουμε χωρις να βρουμε την ακρα του κι αυτο το λεμε ελευτερια? [ζορμπας, σελ• 35-36].¼αυτο θα πει ελευτερια. ναχεις ενα παθος, να μαζευεις χρυσες λυρες, και ξαφνικα να νικας το παθος και να σκορπας ολο το εχει σου στον αγερα! να λευτερωθεις απο ενα παθος, υπακουοντας ς‘ ενα αλλο υψηλοτερο
ορισμος του διαβολου.
νους χωρις ψυχη, αυτο θα πει διαβολος [καπεταν μιχαλης, σελ• 453].
πως ξεπερνας τον φοβο.
όταν φοβασαι ενα πραμα, θες λιονταρι ειναι αυτο, θες ανθρωπος, θες φαντασμα, να πεφτεις πανω του με τα μουτρα, και θα δεις, φευγει ευτυς απο πανω σου ο φοβος. φευγει απο σενα και παει στον αλλο• φοβος κυριευει το θεριο, τον ανθρωπο, το φαντασμα, και που φυγει φυγει [καπεταν μιχαλης, σελ• 393].
για την αντρειοσυνη.
όλο το μυστικο της αντριγιας δεν ειναι ναχεις θεορατο και δυνατο κορμι, παρα ναχει η ψυ-χη σου τη δυναμη να παιρνει αποφαση. μια αλογομυγα που παιρνει αποφαση μπορει να βαλει κατω ενα αναποφασιστο βοδι• ψυχη ειναι η αντριγια, δεν ειναι κορμι [καπεταν μιχαλης, σελ• 350].
πως γινεται μια επανασταση.
μα ποτε γινηκε ενα μεγαλο πραμα στον κοσμο με τετοια σιγουραδα? ποτε η φρονιμαδα ξεσηκωσε τους ανθρωπους να παρατησουν τα σπιτια τους και το χουζουρι τους και να πιασουν τα βουνα, να ζητουν λευτερια? μα αυτο θα πει παληκαρια: να κινας και να μην εισαι σιγουρος. δεν ειναι εμπορος η ψυχη του ανθρωπου, ειναι πολεμιστης. [καπεταν μιχαλης,
σελ• 343].
για το νοημα της ζωης.
απο που ερχομαστε? απο το χωμα. που παμε? στο χωμα! πιο ναι το χρεος μας? αν εισαι λυκος, να τρως! αν εισαι αρνι, να σε τρωνε! κι αν ρωτας και για θεο, αυτος ειναι ο μεγαλος λυκος– αυτος δα τρωει αρνια και λυκους. [καπεταν μιχαλης, σελ• 498].
για την απελπισια.
απο τη μερα πουχασα καθε ελπιδα, θαρρω πως ειμαι αθανατος! ποιος μπορει πια να με αγ-γιξει? απο που να με αγγιξει? τι μπορει πια απανω μου ο θανατος? κι αλλακερη η τουρκια να΄ ρθει να με μπλοκαρει, το αυτι μου δε δρωνει. μου φαινεται πως ειμαι ενα αρκαδι, γεματα ειναι τα ρουχα μου, τα μαλλια μου, τα σωθηκα μου μπαρουτι, κι οταν δω πως δεν υπαρχει σωτηρια, τιναζουμαι στον αγερα [καπεταν μιχαλης, σελ• 432].
για την αυτοθυσια.
ειμαστε εφτα, φτανουμε και περσευουμε! το μυαλο λεει να φυγουμε κι εμεις• μα η καρδια–ο θεος να την εχει καλα!– δε μας αφηνει. δε φευγουμε. εδω θα πεθανουμε, κουρμπανια για την κρητη. ας’ τους αυτους να λενε• πιο καλο θα κανουμε εμεις που θα πεθανουμε παρα αυτοι που θα ζησουν• γιατι η κρητη δε θελει νυκοκυραιους, θελει κουζουλους σαν κι εμας. αυτοι, οι κουζουλοι αυτοι, την κανουν αθανατη [ο καπεταν μιχαλης, σελ• 535].
περιγραφη του σατανα.
ό,τι καλο εχει ο κοσμος ετουτος ειναι εφευρεση του σατανα. η ομορφη γυναικα, η ανοιξη, το κρασι, αυτα εκαμε ο σατανας κι ο θεος εκαμε τους καλογερους, τις νηστειες, το φασκομυ-λο,
ις ασκημες γυναικες [ζορμπας, σελ• 221].
πως ερχεται η λευτερια
μυστηριο! μυστηριο μεγαλο! για ναρθει λοιπον η λευτερια στον κοσμο χρειαζουνται τοσα φονικα και τοσες ατιμιες? γιατι, να καθισω να σου αραδιασω τι ατιμιες καμαμε και τι φονικα, θα σηκωθει η τριχα σου. κι ομως ποιο ηταν το αποτελεσμα? η λευτερια! αντι ο θεος να ριξει το αστροπελεκι του να μας καψει, μας δινει τη λευτερια! δεν καταλαβαινω τιποτα! [ζορμπας, σελ• 33].
ύμνος στη απολαυση της γυναικας.
κακο συστημα αυτο ζορμπα! όμοια κι ενας α¼σκητης μια φορα, λεν τα συναξαρια, ειδε μια γυναικα, σκανταλιστηκε, πηρε ενα μπαλτα, τον κακο του τον καιρο! μουκοψε την κουβεντα ο ζορμπας, που μαντεψε τι θα ελεγα. αυτο να κοψει! να χαθει ο κουτεντες! μα αυτο το βλογημενο ποτε δεν εμποδιζει
πως! επεμεινα• εμποδιζει, και πολυ μαλιστα.
σε τι?
να μπεις στη βασιλεια των ουρανων.
μα αυτο, κουτε, ειναι το κλειδι της παραδεισος! [ο ζορμπας, σελ• 29-30].
για τον πατριωτισμο
μια φορα ελεγα: ετουτος ειναι τουρκος και βουλγαρος, ετουτος ειναι έλληνας. έχω εγω καμει πραματα για την πατριδα, αφεντικο, που να σηκωνεται η τριχα σου• εσφαξα, εκλεψα, εκαψα χωρια, ατιμασα γυναικες, ξεκληρισα σπιτια. γιατι? γιατι, λεει, ηταν βουλγαροι, τουρ-κοι. ου να χαθεις, παλιανθρωπε, λεω συχνα στον εαυτο μου και τον μουτζωνω• ου να χαθεις, κουτεντε! έβαλα μαθες γνωση, κοιταζω τωρα τους ανθρωπους και λεω: ετουτος ειναι καλος ανθρωπος, εκεινος ειναι κακος. δεν παει ναναι βουλγαρος η ρωμιος. το ιδιο μου κανει• ειναι καλος, ειναι κακος, αυτο μοναχα τωρα ρωτω. κι οσο γερνω, ναι, μα το ψωμι που τρωγω, μου φαινεται πως θ’ αρχισω κι αυτο να μην το ρωτω. μωρε, δεν παει να’ ναι καλος η κακος! όλους τους λυπουμαι, το σπλαχνο μου σκιζεται, οταν δω ενα ανθρωπο, κι ας καμωνουμαι πως δεν μου καιγεται καρφι. να, λεω, κι ο φουκαρας ετουτος τρωει, πινει, αγαπαει, φοβαται, εχει κι αυτος το θεο του και τον αντιθεο του, θα τα κακαρωσει κι αυτος και θα ξαπλωθει τεζα στο χωμα, θα τονε φαν τα σκουλικια. ε τον κακομοιρη! αδερφια ειμαστε ολοι. κρεας για τα σκουλικια! [ζορμπας, σελ• 232-233].
αυτα ελεγα, οσο ημουνα μαζι της, στη ζεστασια της• μα που να με αφησει η πατριδα, η σκυλα η λυσασμενη! έφυγα το πρωϊ ντυμενος βουλγαρικα, που μου τα χε δωσει η βουλγαρα η χηρα• εβγαλε απο το σεντουκι και μουδωκε τα ρουχα του μακαριτη του αντρος της και μου φιλουσε τα γονατα και με παρακαλουσε να ξαναγυρισω. ναι, ναι, την αλλη μερα ξαναγυρισα, πατριω-της βλεπεις, θεριο ανημερο, ξαναγυρισα μενα τενεκε πετρελαιο κι εκαψα το χωριο. θα καηκε κι αυτη η κακομοιρα. την ελεγαν λουντμιλα. η πατριδα, μου λες. εμενα νακους• οσο θα υπαρχει πατριδα, ο ανθρωπος θ’ απομενει θεριο ανημερο. [ζορμπας, σελ• 233-234].
για την αξια της γυναικας.
πραμα δεν ειναι η φτωχεια και η γυμνια, φτανει ναχεις καλη γυναικα. [αναφορα, σελ• 42].
για τον ξυλοδαρμο.
σα μεγαλωσα κι αρχισαν οι φιλανθρωπες θεωριες να παραστρατιζουν το νου μου, ονοματι-σα βαρβαρη τη μεθοδο αυτη του πρωτου μου δασκαλου• μα σα γνωρισα ακομα πιο καλα τη φυση του ανθρωπου, βλογω την αγια βιτσα του πατεροπουλου• αυτη μας εμαθε πως ο πονος ειναι ο πιο μεγαλος οδηγος στον ανηφορο που φερνει απο το ζωο στον ανθρωπο [αναφορα, σελ• 64].
Ορισμος της νιοτης.
ένα θεριο τυφλο, ασυναρτητο, που πειναει και δεν τρωει, ντρεπεται να φαει, που δεν εχει παρα να γνεψει στην ευτυχια που περναει απο το δρομο και προθυμη αυτη να σταθει, και δεν της γνεφει, κι ανοιγει τη βρυση κι αφηνει τον καιρο να τρεχει ανωφελευτα, σαν νατανε νερο, και να χανεται, ενα θεριο που δεν ξερει πως ειναι θεριο ειναι η νιοτη. [αναφορα, σελ• 159].
για την πειθω της εκκλησιας.
όλη η σαδιστικη λαχταρα της εκκλησιας να φοβερισει τον ανθρωπο και να τον παει στον παραδεισο οχι με την αγαπη παρα με τον τρομο. [αναφορα, σελ• 262-263].¼ως μπηκαμε στο περιαυλι, σταθηκαμε τρομαγμενοι• σα να μπαιναμε σε ογρη σκοτεινη φυλακη, βαρυποινιτες• γυρα χαμηλες κολωνες μαυρες, κι αναμεσα τους τα τοξα τους βαμενα σκουρα πορτοκαλια• κι ολος ο τοιχος σκεπασμενος με αγριες ζωγραφιες της αποκαλυψης-δαιμονοι και φωτιες της κολασης, και πορνες που τρεχουν απο τα στηθια τους δυο ποταμια αιμα, και φρικαλεοι δρακοι με κερατα
για το δωσιμο.
όπως στον ερωτα, ομοια και στη φιλοξενια, σιγουρα εκεινος που δινει ειναι πιο ευτυχης απο κεινον που δεχεται. [αναφορα, σελ• 311].
για τον αγωνα του ανθωπου.
ένας κενταυρος ο κοσμος• τ’ αλογισια ποδια ειναι καρφωμενα στη γης, μα το σωμα του, απο το στηθος ως το κεφαλι, το τυραναει και το δουλευει η ανελεημονη κραυγη• μαχεται, χιλιαδες παλι αιωνες, να βγει απο το θηκαρι του ζωου, σα σπαθι. μαχεται, αυτος ειναι ο καινουργιος του αγωνας, να βγει κι απο το θηκαρι του ανθρωπου. “που να παω?” φωναζει απελπισμενος ο ανθρωπος• “εφτασα στην κορφη• παραπερα το χαος. παραπερα ειμαι εγω• σηκωσου απανω!”. καθε πραμα ειναι κενταυρος• αν δεν ηταν, ο κοσμος θα σαπιζε ακινητος και στειρος. [αναφορα, σελ• 350].
πως γινεται ο αγωνιστης.
η εγνοια της αγιοτητας. μην τρομαζεις• δεν το ξερεις εσυ, γιατι το ζεις• σου το λεω για να ξερεις ποιο δρομο πηρες, κατα που κινησες, για να μην παραστρατισεις. κινησες για τον πιο δυσκολο ανηφορο, μα βιαζεσαι να φτασεις στην κορφη, προτου περασεις το ριζοβουνι και την πλαγια, σαν ταχα νασουν αητος με τις φτερουγες. μα εισαι ανθρωπος, μην το ξεχνας, ανθρω-πος, τιποτα λιγοτερο, τιποτα περισσοτερο, κι εχεις ποδια κι οχι φτερα. ναι το ξερω•η ανωτατη επιθυμια του ανθρωπου ειναι να γινει αγιος• ναι, μα πρεπει πρωτυτερα ολες τις κατωτερες επι-θυμιες να περασει– τη σαρκα και να τη σιχαθει, τη διψα της εξουσιας, του χρυσαφιου, της ανταρσιας. θελω να πω, να ζησει ως περα τη νιοτη του κι ολα τ’ αντρικεια παθη, να ξεκοιλιασει ολα ετουτα τα ειδωλα και να δει πως ειναι παραγεμισμενα με αχερα κι αγερα, ν’ αδειασει, να καθαρισει, να μην εχει πια τον πειρασμο να κοιταξει πισω, και τοτε, τοτε μοναχα, να παρουσι-αστει ομπρος στο θεο. αυτο θα πει αγωνιστης.μην παψεις ποτε να παλευεις με το θεο• καλυτερη ασκηση δεν υπαρχει. μα μη θαρρεις πως για να τον παλαιψεις με πιο σιγουραδα πρεπει να ξεριζωσεις τις σκοτεινες ριζες μεσα σου, τα ενστιχτα• βλεπεις μια γυναικα και σε κυριευει φοβος• ειναι ο πειρασμος, λες, υπαγε οπισω μου σατανα• ναι, ειναι ο πειρασμος, μα για να τον νικησεις, να τον γευτεις, να τον σιχαθεις, να μη σε πειραζει πια• αλλιως, κι εκατο χρονω να γινεις, αν δεν χαρηκες γυναικα, η γυναικα θα’ ρχεται στον υπνο σου και στον ξυπνιο σου και θα λερωνει τον υπνο σου και την ψυχη σου. το λεω, το ξαναλεω: οποιος ξεριζωνει το ενστιχτο του ξεριζωνει τη δυναμη του• γιατι με τον καιρο, με το χορτασμο, με την ασκηση μπορει η σκοτεινη αυτη υλη να γινει πνεμα. [αναφορα, σελ• 361-362].

Η εξήγηση για τη λειτουργία του κόσμου.

άσε τους ανθρώπους ήσυχους, αφεντικό, μην τους ανοίγεις τα μάτια· αν τους τ’  ανοίξεις, τι θα δουν; Την κακή τους και την ψυχρή! Ασ’  τα λοιπόν κλειστά να ονειρεύονται!

Σώπασε μια στιγμή, έξυσε το κεφάλι, συλλογίζουνταν.

-Εξόν, έκαμε τέλος, εξόν…

-Τι; για να δούμε!

-Εξόν αν, όταν θ’  ανοίξουν τα μάτια τους, έχεις να τους δείξεις ένα κόσμο καλύτερο…. Έχεις

Δεν ήξερα… Ήξερα καλά τι θα γκρεμιστεί· δεν ήξερα τι θα χτιστεί απάνω στα γκρεμίσματα. Κανένας αυτό δε μπορεί να το ξέρει με σιγουράδα, συλλογιζόμουν· το πάλιό είναι χειροπιαστό, στερεωμένο, το ζούμε και το παλεύουμε κάθε στιγμή, υπάρχει· το μελλούμενο είναι αγέννητο, άπιαστο, ρεούμενο, είναι καμωμένο από το υλικό που πλάθονται τα όνειρα, ένα σύννεφο και το χτυπούν δυνατοί ανέμοι- ο έρωτας, η φαντασία, η τύχη, ο Θεός-αραιώνεται, πυκνώνεται, μεταλλάζει… Κι ο πιο μεγάλος προφήτης μονάχα ένα σύνθημα μπορεί να δώσει στους ανθρώπους, κι όσο πιο αόριστο τόσο πιο προφήτης!

ο Ζορμπάς με κοίταζε περιπαιχτικά χαμογελώντας. Θύμωσα.

-Έχω, αποκρίθηκα πεισματωμένος.

-Έχεις; Για λέγε!

-Δε μπορώ να σου πω· δε θα καταλάβεις.

-Ε, τότε δεν έχεις! έκαμε ο Ζορμπάς κουνώντας την κεφάλα του. Μη θαρρείς πως έφαγα κουτόχορτο, αφεντικό· σε γέλασαν. Είμαι αγράμματος, κι εγώ σαν το μπάρμπα Αναγνώστη, μα δεν είμαι τόσο κουτός, όχι! Αφού λοιπόν εγώ δε θα καταλάβω, πως θες να καταλάβει ο αγαθός αυτός ανθρωπάκος κι η κυρά γελάδα του, η συμβία του; Καινούργια λοιπόν σκοτάδια θα δουν; Άσε τους τότε στα παλιά, που ‘ναι και συνηθισμένοι. Καλά τα καταφέρνουν ως τώρα· δε βλέπεις; Ζουν και καλοζούν, γεννούν, κάνουν κι αγγόνια, τους κουφαίνει ο Θεός, τους στραβώνει, κι αυτοί φωνάζουν: «δόξα σοι ο Θεός!» Βολεύτηκαν στην κακομοιριά. Παράτα τους το λοιπόν και σώπα [Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, σελίδες 73-74].

Πως άλλαξαν οι Θεοί.

Αφεντικό, είπε ξάφνου πάλι ό Ζορμπάς, πώς τον έλεγαν τον μπερμπάντη αρχαίο θεό, πού δέν άφηνε θηλυκό γιά θη­λυκό άπαραπόνετο στον κόσμο; Κάτι έχω ακουστά. Εβαφε, λέει, κι αυτός τά γένια του, σταμπάριζε τά μπράτσα του μέ καρδιές και μέ γοργόνες, μασκαρεύουνταν, λέει, γίνουνταν ταύ­ρος, κύκνος, κριάρι καί γάιδαρος, μέ τό συμπάθειο, ό,τι τρα­βούσε η δρεξη τής κάθε παστρικιάς. Γιά πές μου τ’ όνομα του, νά χαρείς!

— Θαρρώ πώς λές τό Δία- πώς τόν θυμήθηκες;

— Ό Θεός ν’ αγιάσει τήν ψυχή του! είπε ό Ζορμπάς σηκώ­νοντας τά χέρια του στον ουρανό. Υπόφερε πολύ, πόνεσε πο­λύ, σωστός μεγαλομάρτυρας, άκου με έμενα, αφεντικό, κάτι ξέρω. Έσύ ακούς τά βιβλία, μά γιά βάλε στό νου σου ποιοί τά γράφουν! Πφ! δάσκαλοι! Και τί καταλαβαίνουν οί δάσκα­λοι άπό γυναικάδες καί γυναίκες;   Τόν κακό τους τόν καιρό!

— Γιατί δέ γράφεις η αφεντιά σου, Ζορμπά, νά μάς ξηγήσεις όλα τά μυστήρια του κόσμου;

— Γιατί; γιατί, μαθές, έγώ τά ζώ όλα τά μυστήρια πού λές και δέν έχω καιρό. Πότε ό κόσμος, πότε ή γυναίκα, πότε τό κρασί, πότε τό σαντούρι, καί δέν έχω καιρό νά πιάσω τήν παπαρδέλα αυτή, τήν πένα. Κι έτσι ό κόσμος έπεσε στους καλαμαράδες· όσοι ζουν τά μυστήρια δέν έχουν καιρό· κι όσοι έχουν καιρό, δέ ζουν τά μυστήρια.   Κατάλαβες;

— Λοιπόν, ό Δίας;  Μήν ξεστρατίζεις τήν κουβέντα.

—    ‘Έ τόν κακομοίρη! έκαμε ό Ζορμπάς αναστενάζοντας. Έ­γώ μονάχα ξέρω τί υπόφερε. Αγαπούσε, είναι αλήθεια, τίς γυ­ναίκες, μά όχι όπως θαρρείτε εσείς οί καλαμαράδες, όχι, κα­θόλου! Αυτός τίς πονούσε- καταλάβαινε τό μεράκι τής καθε­μιάς, γίνουνταν θυσία γι’ αυτές. Οταν έβλεπε σέ καμιάν ε­παρχία καμιά γεροντοκόρη νά μαραζώνει άπό τό σεκλέτι της, καμιά νόστιμη γυναικούλα — μωρέ, ας μήν ήτανε καί νόστι­μη, ας ήταν καί τέρας — πού νά λείπει ό άντρας της καί νά μήν μπορεί νά τήν πάρει ό ύπνος, αυτός έκανε τό σταυρό του, ό ψυχοπονιάρης, άλλαζε ρούχα, έπαιρνε τό πρόσωπο πού ‘χε στό νου της η γυναίκα κι έμπαινε στην κάμαρα της.

»Δέν είχε κανένα κέφι, σου λέω, γιά έρωτοδουλειές, πολ­λές φορές ήταν και ξεθεωμένος, καί μέ τό δίκιο του — που νά προλάβει τόσο κόσμο, ό κακομοίρης! Πολλές φορές ήταν βαριεστισμένος, αδιάθετος. Είδες ποτέ σου, αφεντικό, τράγο ά­μα πηδήξει καμπόσες κατσίκες; Τρέχουν τα σάλια του, θο­λώνουν τά μάτια του καί γεμίζουν τσίμπλες, βηχουλίζει, βραχνιάζει, δέν μπορεί νά σταθεί στά πόδια του. Τέτοια χάλια είχε πολλές φορές κι ό κακομοίρης ό Δίας. Γύριζε σπίτι του ξημερώματα, έλεγε: «Αχ, πότε, Χριστέ μου, νά ξαπλώσω κι εγώ νά κοιμηθώ; Δέν μπορώ πιά νά σταθώ στά πόδια μου!» καί δώστου σκούπιζε τά σάλια του.

»Μά ξαφνικά άκουγε ένα στεναγμό, κάτω στή γης μιά γυ­ναίκα πέταξε τά σεντόνια της, βγήκε στην ταράτσα της, στέ­ναξε. Κι εύτύς η καρδιά του Δία έλιωνε. «Αχ, άχ, ας ξα­νακατέβω πάλι στή γής, μουρμούριζε, ας κατέβω πάλι στή γης, ό κακομοίρης, μιά γυναίκα στέναξε, άς κατέβω νά τήν παρηγορήσω!»

—   »Ώσότου τον ξέκαμαν οί γυναίκες, κόπηκε η μέση του, έκανε εμετούς, έπαθε παράλυση καί τά κακάρωσε. Κι ήρθε τότε ό διάδοχος του, ό Χριστός, είδε τά χάλια του παλιου θεού κι είπε: «Βάρδα άπό γυναίκες!»[Ζορμπάς, σελίδες 225-226].

Για την εκδιδόμενη επί χρήμασι.

ο Θεός να ‘χει καλά τη χήρα την Κατερίνα μας, είπε. Ο διάολος ξέρει από τι κέρατα μας γλιτώνει!

ο Καπετάν Φουρτούνας γέλασε:

-Βρε παιδιά, είπε, μηα μαλώνετε. Χρειάζεται μια παστρικιά σε κάθε χωριό, να μη βρίσκουν τον μπελά τους οι τίμιες. Είναι σαν τη βρύση του δρόμου, μαθές. Περνούν και πίνουν οι διψασμένοι. Αλλιώς θα χτυπούσαν αράδα τις πόρτες μας. Κι οι γυναίκες, όταν τους ζητήσεις νερό… [ο Χριστός κανασταυρώνεται, σελ. 14].

για τον Ιούδα και την προδοσία.

Για να σωθεί ο κόσμος, πρέπει να σταυρωθεί ο Χριστός. Για να σταυρωθεί ο Χριστός, πρέπει ένας να τον προδώσει… Βλέπεις το λοιπόν πως, για να σωθεί ο κόσμος, ο Ιούδας είναι απαραίτητος. Πιο απαραίτητος από κάθε άλλον απόστολο. Ένας απόστολος να λείψει, δεν πειράζει. Αν λείψει όμως ο Ιούδας, τίποτα δε γίνεται… ύστερα από το Χριστό, αυτός είναι ο πιο απαραίτητος… [Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σελ. 38]

Για την εξομολόγηση.

Ο παπάς; Φαταούλας, άνοιξε σπετσαρία, τη λέει εκκλησία και πουλάει το Χριστό με το δράμι∙ γιαίνει, λέει ο κομπογιαννίτης, όλες τις αρρώστειες. «Τι αρρώστεια έχεις εσύ»;, «Είπα ψέμματα». «Ένα δράμι Χριστό, τόσα γρόσια». «Έκλεψα». «Ενάμισι δράμι Χριστό, τόσο». «Εσύ»; «Σκότωσα». «Α, βαριά αρρώστεια, κακομοίρη. Θα πάρεις το βράδυ, πριν να κοιμηθείς, πέντε δράμια Χριστό, κοστίζει πολύ, τόσο». «Δεν κάνει παρακάτω γέροντα μου;», «Είναι η ταρίφα∙ πλέρωσε, αλλιώς θα πας στο πάτο της Κόλασης». Και του δείχνει τις ζωγραφιές που ‘χει στο μαγαζί του και που παρασταίνουν την Κόλαση, με φωτιές και καμάκια και διαόλους, κι ο πελάτης τρέμει κι ανοίγει τη σακούλα… [ο Χριτός ξανασταυρώνεται, σελ∙ 43]

φιοντορ ντοστογιεφσκι.

Φ. Ντοστογιέφσκι

Φ. Ντοστογιέφσκι

για τον πρωτοπορο.
ο “εξαιρετικος” εχει το δικαιωμα, δηλαδη οχι το επισημο δικαιωμα, μα απλως το δικαιωμα να επιτρεψει μονος του στη συνειδηση του να υπερπηδησει πανω απο ορισμενα εμποδια κι αυ-το μοναχα στην περιπτωση εκεινη, που η εκπληρωση της ιδεας του [που μπορει καμμια φορα να ειναι σωτηρια για ολη την ανθρωποτητα] θ΄ απαιτησει αυτη την υπερβαση. κατα τη γνωμη μου, αν οι αποκαλυψεις του κεπλερ και του νευτωνας απο ορισμενες συνθηκες ηταν αδυνατο να γνωστουν χωρις τη θυσια ενος, δεκα, εκατο ανθρωπων, που θα στεκονταν εμποδια ς΄ αυτες τις ανακαλυψεις, η θα τους εφραζαν το δρομο, τοτε ασφαλως ο νευτων θαχε το δικαιωμα η μαλλον θαχε το καθηκον να … παραμερισει αυτους τους δεκα η εκατο ανθρωπους για να κανει γνωστες τις ανακαλυψεις ς΄ ολη την ανθρωποτητα. απ΄ αυτο φυσικα δεν πρεπει καθολου να βγαλουμε το συμπερασμα οτι ο νευτων θαχε το δικαιωμα να σκοτωνει οποιον του καπνιζε η να κλεβει καθε μερα στο παζαρι. παρακατω, απ΄ οτι θυμαμαι, αναπτυσσω την αποψη πως ολοι οι… ας πουμε… οι νομοθετες, οι θεμελιωτες της ανθρωποτητας, αρχιζοντας απο τους αρχαιο-τερους και συνεχιζοντας στους λυκουργους, τους σολωνες, τους μωαμεθ, τους ναπολεοντες, ολοι μεχρις ενος ηταν εγκληματιες και μονο και μονο γιατι δινοντας στους ανθρωπους ενα και-νουργιο νομο, καταργουσαν αυτοματα τον παλιο που τον κρατουσε σαν ιερη παρακαταθηκη η κοινωνια και που ειχε κληροδοτηθει απο τους προγονους της, και φυσικα δεν σταματουσαν ουτε μπροστα στο αιμα φτανει μοναχα το αιμα αυτο [που πολλες φορες ηταν αθωο και χυνοταν ηρωικα για την υπερασπιση του παλιου νομου] να τους βοηθουσε στους σκοπους τους. ειναι μαλιστα αξιοπαρατηρητο πως οι περισσοτεροι απ΄ αυτους τους ευεργετες και τους θεμελιωτες της ανθρωποτητας ηταν ανθρωποι που εχυσαν ποταμια αιμα. όχι μονο οι μεγαλοι αντρες, μα κι εκεινοι ακομη που μολις ξεπερνανε το κοινο επιπεδο, δηλ• κι εκεινοι ακομη που εστω ως ενα ελαχιστο σημειο ειναι ικανοι να πουνε κατι καινουργιο, πρεπει ναναι απο φυσικου τους χωρις αλλο εγκληματιες, αλλος πιο πολυ, αλλος πιο λιγο. διαφορετικα θα τους ηταν πολυ δυσκολο να βγουνε απο τη μετριοτητα τους, κι αν παλι θα ηθελαν να μεινουν ς΄ αυτη, παλι δε θα μπορου-σαν να συνθηκολογησουν, γιατι και παλι θα επαναστατουσε η φυση τους. κατα τη γνωμη μου μαλιστα, εχουν καθηκον να μη μεινουν. [έγκλημα και τιμωρια, σελ• 235].
κατηγοριες ανθρωπων.
οι άνθρωποι, εκ φύσεως χωρίζονται γενικά σε δυο κατηγορίες: στην κατώτερη (τους κοινούς) που είναι, να πούμε, ένα υλικό για την αναπαραγωγή του είδους, και στους καθαυτό ανθρώπους, που έχουν το χάρισμα και το ταλέντο να πουν στο περιβάλλον τους έναν καινούργιο λόγο. Εννοείται πως υπάρχουν άπειρες υποδιαιρέσεις, μα τα χαρακτηριστικά και των δυο κατηγοριών είναι αρκετά έντονα.Η πρώτη κατηγορία, δηλαδή το υλικό, είναι στη γενικότητα της άνθρωποι συντηρητικοί, άψογοι, ζουν υποταγμένοι και τους αρέσει να υπακούουν. Κατά τη γνώμη μου, έχουν καθήκον να ‘ναι υπάκουοι, γιατί αυτός είναι ο προορισμός τους, και γιατί η υπακοή γι’ αυτούς δεν είναι καθόλου ταπεινωτική. Η δεύτερη κατηγορία είναι όλοι τους άνθρωποι πάνω απ’ το Νόμο, είναι καταλύτες ή έχουν την τάση να καταλύουν, ανάλογα με τις ικανότητες τους. Εννοείται πως τα εγκλήματα είναι πολύμορφα και ανάλογα με τους ανθρώπους που τα διαπράττουν: στις περισσότερες περιπτώσεις ζητάνε με πολύ διαφορετικά προγράμματα το γκρέμισμα του παλιού εν ονόματι ενός καινούργιου που θα ‘ναι καλύτερο. Αν όμως σε κανέναν απ’ αυτούς χρειαστεί για την ιδέα του να περάσει έστω και πάνω από ‘να πτώμα, πάνω από αίμα, τότε ο άνθρωπος αυτός μπορεί, νομίζω, να δώσει το δικαίωμα στη συνείδηση του να περάσει πάνω από πτώμα, -ανάλογα, φυσικά, με την ιδέα του και το μέγεθος της- αν μπορώ να το πω έτσι, αυτό θέλω να το προσέξετε. Μονάχα μ’ αυτή την έννοια λέω στο άρθρο μου πως έχουν δικαίωμα στο έγκλημα. Δεν υπάρχει λόγος ν’ ανησυχούμε· η μάζα ποτέ δεν παραδέχεται πως οι άνθρωποι αυτοί έχουν ένα τέτοιο δικαίωμα- τους τιμωρεί, λίγο ή πολύ, ανάλογα με την περίπτωση, και τους κρεμάει εκπληρώνοντας έτσι εντελώς δίκαια το συντηρητικό προορισμό της, με τη διαφορά μονάχα πως στην επομένη γενιά η ίδια αυτή μάζα ανεβάζει τους εκτελεσμένους στα βάθρα των αδριάντων και τους προσκυνάει (λίγο ή πολύ ανάλογα με την περίπτωση). Η πρώτη κατηγορία είναι πάντα κυρίαρχη στο παρόν, η δεύτερη κυριαρχεί στο μέλλον. Οι πρώτοι διαφυλάττουν τον κόσμο και τον αυξάνουν αριθμητικά. Οι δεύτεροι κινούν τον κόσμο και τον σπρώχνουν προς ένα σκοπό. Κι οι πρώτοι κι οι δεύτεροι έχουν το ίδιο ακριβώς δικαίωμα να υπάρχουν…. Γενικά, άνθρωποι με καινούργιες ιδέες ή έστω κι ως ένα σημείο ικανοί να πουν κάτι νέο, γεννιούνται πολύ λίγοι, τόσο λίγοι μάλιστα, που είναι ν’ απορεί κανείς. Το μόνο φανερό είναι πως η γέννηση των ανθρώπων όλων αυτών των κατηγοριών και των υποδιαιρέσεων θα πρέπει να ‘χει καθοριστεί με μεγάλη ακρίβεια από κάποιο νόμο της φύσης. Εννοείται πως τώρα ο νόμος αυτός μας είναι άγνωστος, πιστεύω όμως πως υπάρχει. Κι αργότερα είναι πιθανό να τον μάθουμε. Η τεράστια μάζα των ανθρώπων, το υλικό, υπάρχει μόνο και μόνο γι’ αυτό ακριβώς· υπάρχει ώστε ύστερ’ από ορισμένη προσπάθεια, ύστερ’ από μια υπερένταση, μ’ ένα μυστηριώδες ως τα τώρα προτσές, με μιαν άγνωστη διασταύρωση ειδών και φυλών, να βάλει τα δυνατά της και να γεννήσει επιτέλους απ’ τους χίλιους έναν έστω κάπως αυτεξούσιο άνθρωπο. Ακόμα πιο αυτεξούσιος γεννιέται ίσως απ’ τις δέκα χιλιάδες ο ένας (φέρνω φυσικά ένα παράδειγμα, οι αριθμοί μου δεν είναι ακριβείς). Ακόμα πιο αυτεξούσιος, απ’ τις εκατό χιλιάδες ένας. Οι μεγαλοφυείς γεννιούνται σ’ αναλογία ένας προς πολλά εκατομμύρια κι οι μεγάλες μεγαλοφυίες, οι κορυφές της ανθρωπότητας, γεννιούνται ίσως αφού ζήσουν πολλές χιλιάδες εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο. Με δυο λόγια, δεν έκανα στατιστικούς υπολογισμούς. Μα είμαι σίγουρος πως ο νόμος αυτός υπάρχει- και πρέπει να υπάρχει. Το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να ‘ναι ζήτημα τύχης!
πως ανακαλυπτεται το εγκλημα;
γιατι ανακαλυπτονται και προδιδονται τοσο ευκολα, σχεδον ολα τα εγκληματα, και μενουν τοσο καθαρα τα ιχνη ολων σχεδον των εγκληματιων; η κυρια αιτια ειναι, οχι τοσο η αδυναμια να μεινει σκοτεινο το εγκλημα, οσο ο ιδιος ο εγκληματιας. ο ιδιος ο εγκληματιας, την ωρα που κανει το εγκλημα, παθαινει καποια καταπτωση της θελησης και του λογικου, που τα αντικαθι-στα μια παιδιαστικη, ασυνηθιστη αλαφρομυαλια, και ισια–ισα τη στιγμη ακριβως που ειναι απολυτα απαραιτητες η λογικη και η φρονηση. η συσκοτιση αυτη της λογικης και η καταπτω-ση της θελησης πιανουν τον ανθρωπο σαν μια αρρωστεια, αναπτυσσεται σιγα–σιγα και φτα-νουν στο κατακορυφο λιγο πριν την εκτελεση του εγκληματος. συνεχιζονται με την ιδια μορφη την ιδια ακριβως στιγμη του εγκληματος κι ακομη λιγη ωρα μετα, αναλογα με το ατομο• υστε-ρα, περνανε κατα τον ιδιο τροπο που περνανε ολες οι αρρωστιες. [σελ• 67-68]
για τη γυναικεια ματαιοδοξια.
υπαρχουν περιστασεις που οι γυναικες νιωθουν πολυ ευχαριστημενες αν τυχει και τις προ-σβαλεις παρ΄ ολη τη φαινομενικη αγαναχτηση τους. κατι τετοια συμβαινουν ς΄ ολους• γενικα οι ανθρωποι αρεσκονται και πολυ μαλιστα να αισθανονται τον εαυτο τους προσβλημενο• τοχε-τε παρατηρησει αυτο; στις γυναικες ομως ιδιαιτερα. μπορει να πει κανεις μαλιστα πως αυτο ειναι το μονο που τις ικανοποιει. [σελ• 255].
για τη μεγάλη ιδέα.
δε μπορείτε να φανταστείτε τι θλίψη και τι μίσος κατέχει τη ψυχή σου, όταν μια μεγάλη ιδέα, που τη λατρεύεις από χρόνια, σου την αρπάζουν οι αμόρφωτοι και τη παρουσιάζουν σε κάτι βλάκες σαν κι αυτούς, την αρπάζουν και τη ρίχνουν στο δρόμο, και συ τη συναντάς στην αγορά, αγνώριστη, λασπωμένη, τοποθετημένη ανόητα, χωρίς αναλογίες, χωρίς αρμονία, παιγνίδι σε χέρια ανόητων παιδιών! όχι! στα νιάτα μου τα πράγματα ήταν διαφορετικά. είχαμε άλλους σκοπούς εμείς. ναι, ναι, εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. δεν αναγνωρίζω τίποτα πια. η εποχή μας θα ξανάρθει και πάλι, και θα διορθώσει ξανά όλα τα κακώς κείμενα. γιατί, αλλιώς, που πάμε; [οι δαιμονισμένοι, τόμος α΄, σελ. 34-35, το βημα].

στάση μας απέναντι στο συνάνθρωπο.

αποδιώχνοντας έναν άνθρωπο, δεν τον διορθώνεις [Έγκλημα και Τιμωρία, σελ. 122, εκδοτικό Δαρέμας].

Ο φόβος του άγνωστου.

Όλα είναι στο χέρι του ανθρώπου κι όμως τ’  αφήνει και του ξεγλιστράνε μόνο και μόνο από δειλία … Αυτό πια είναι αξίωμα. Ήθελα να ‘ξερα. Τι να ‘ναι αυτό που φοβούνται περισσότερο απ’  όλα οι άνθρωποι; Το καινούργιο βήμα, την καινούργια δική τους λέξη; Αυτό είναι που φοβούνται πιο πολύ [Έγκλημα και Τιμωρία, σελ. 8].

Σαίξπηρ

William Shakespeare

William Shakespeare

ο βασιλιας ριχαρδος ο γ΄.
τοσο πιο κριμα να ν΄ οι αϊτοι κλεισμενοι ενω ατσιδες και γερακια αρπαζουν λευτερα.
κι αν σκοτωσα τον αντρα της και τον πατερα της, το πιο σωστο ναι, για να της το επανορθωσω, να γινω συζυγος της και πατερας της: αυτο θα κανω• κι οχι τοσο απο ερωτα, παρα για καποιον αλλο μου σκοπο κρυφο και μυστικο, που αν την παντρευτω θα τον πετυχω.
εγκωμιο στην ομορφια.
άννα: εσυ σαι ο αιτιος, εσυ κι ο απαισιος εκτελεστης.
γλοστερ: η ομορφια σου ηταν ο αιτιος για την εχτελεση• η ομορφια σου που με πιεζε στον υπνο μου να αναλαβω να σκοτωσω ολο τον κοσμο για να φτασω να ζησω μια ωρα στη γλυκια αγκαλια σου.
άννα: αν μου περναγε τετοια ιδεα, σου λεω, κακουργε, τα νυχια αυτα θα ξεσκιζαν την oμορφια απο την οψη μου.
γλοστερ: τα ματια αυτα δεν θ΄ αντεχαν να ιδουν να χαλαστει τετοια ομορφια• δεν θα τη πειραζε αν ημουν πλαι σου: καθως ο κοσμος ολος χαιρεται απ΄ τον ηλιο, ετσι εγω απ΄ αυτη• ειναι η μερα μου, η ζωη μου.
άννα: μαυρη νυχτια να σκιαζει την ημερα σου και χαρος τη ζωη σου!
γλοστερ: μην καταριεσαι τον εαυτο σου ωραιο πλασμα, γιατι σαι και τα δυο.
άννα: άμποτε να ημουν, για να ς΄ εκδικιομουνα.
γλοστερ: ειν΄ αχτι αφυσικο να θες να εκδικηθεις αυτον που ς΄ αγαπαει.
… όχι μη σταματας• γιατι εγω σκοτωσα τον βασιλια ερρικο, μα ηταν η ομορφια σου που με προκαλεσε. ΄όχι, χτυπα• γιατι εγω θανατωσα τον νεο έντουαρντ• μα η ουρανια οψη σου ηταν
που μ΄ εβαλε.
μα δε μπορει ενας απλος θνητος να ζει χωρις κακο στο νου του, παρα ειν΄ αναγκη ετσι να του καταχρωνται την ειλικρινεια του μεταξωτοι, πανουργοι, ψιθυριστες τζουτζεδες;
τοσο εχει χαλασει ο κοσμος, που οι τρυποφραχτες αλωνιζουν οπου αϊτοι δεν τολμαν να κουρνιασουν: απο τοτε που καθε τζουτζες εγινε αρχοντας, πολλοι αρχοντες εκαταντησαν τζουτζεδες.
όσοι στεκονται ψηλα δερνονται απο πολλους ανεμους, κι οταν πεσουν σκορπιζονται κομματια!
μα γω χω γεννηθει τοσο ψηλα, η αϊτοφωλια μας ειναι στην κορφη του κεδρου και παιζει με τον ανεμο, καταφροναει τον ηλιο.
η θλιψη σπαει συνηθειες κι ωρες αναπαψης, κανει τη νυχτα ημερα και το μεσημερι νυχτα. οι δοξες των πριγκιπων ειναι μονο οι τιτλοι τους, τιμη εξωτερικη για βασανο εσωτερικο• και για φανταστικες απολαβες αβιωτες, συχνα η απολαβη τους ειναι ενας ατελειωτος κοσμος απο εγνοιες: κι ετσι αναμεσα στους τιτλους και στα κοινα ονοματα δεν ειναι διαφορα παρα η αποξω φημη.
ο βασιλιας ληρ
ληρ: πεστε μου, κορες μου, τωρα που βγαζω και τα δυο της βασιλειας φορεματα, ορεξη για καταχτησες κι εγνοιες της εξουσιας, να ιδω απο σας ποια μ΄ αγαπαει πιο πολυ, ωστε η περισσια μου ευλογια ν΄απλωθει εκεη που η φυση το απαιτει με την αξια της– γονεριλη μου πρωτογεννη, μιλησε πρωτη.
γονεριλη: κυρη, το ποσο ς΄ αγαπω δεν πιανεται με λογια. ς΄ εχω ακριβοτερο απ΄ το φως μου, απ΄ τον αερα κι απο τη λευτερια. πολυ πιο πανω απ΄ ολα που ξετιμιωνται, οσο πολυτιμα ειτε σπανια· οχι πιο λιγο απ΄ τη ζωη, ζωη με χαρες, μ΄ υγεια, με καλλη, με τιμη οσο παιδι ποτε του αγαπησε η πατερας αγαπηθη· τοσο που πιανεται η πνοη κι η γλωσσα μου κομπιαζει· πανω απο καθε τετοια αγαπη ς΄ αγαπω.
κορδελια: [μονη της]. και η κορδελια; ν΄ αγαπαει και να σωπαινει;
ληρ: ς΄ ολες αυτες τις χωρες, απο δω ως εδω, με τα πολλα ισκιερα τους δαση και τους καμπους, με τα τρεχουμενα νερα και τα΄ απλωτα λιβαδια, σε κανω αφεντρα· εσενα και του άλμπανη και της γενιας σας ναναι αυτα παντοτινα– τι λεει η δευτερη μας κορη, η πολυαγαπητη ρεγανη μου, η γυναικα του κορνουαλη; μιλησε.
ρεγανη: ειμαι απ΄το ιδιο με την αδερφη μου μεταλλο, κι εχω τιμη μου την αξια της. μες στην πιστη καρδια μου βρισκω κι ονομασε την ιδια την αγαπη που νιωθω πραγματι κι εγω. μον΄ ειπε λιγα· γιατι εγω το βεβαιωνω πως εχτρευομαι καθε αλλη απ΄ ολες τις χαρες που κλει το πιο πολυτιμο αισθξτηριο κεντρο, και λεω πως ειναι μοναχη χαρα για μενα του λατρευτου τρανου προσωπου σου η αγαπη.
κορδελια: [μονη της]. φτωχια κορδελια! όμως οχι, αφου ειμαι βεβαιη, η αγαπη μου ειναι πλουσιοτερη απ΄ τη γλωσσα μου.
ληρ: σε σενα και στους κληρονομους σου για παντα ν΄ ανηκει τουτο το πλουσιο τριτο μερτικο απο τα΄ ωραιο βασιλειο μου. δεν ξεπεφτει ς΄ εχταση, αξια κι ομορφια απ΄ αυτο που εδοθη στη γονεριλη–τωρα εσυ χαρα μου, στερνη μου, μα οχι στερημενη, που αγωνιζονται για την προτιμηση της τρυφερης σου αγαπης τα κρασια της φραγκιας, το γαλα της βουργουνδιας, τι θα μπορεσεις να μας πεις, για να κερδισεις μεριδα πιο παχια απ΄ τις αδερφαδες σου; μιλησε.
κορδελια: τιποτα αφεντη μου.
ληρ: τιποτα!
κορδελια: τιποτα.
ληρ: δε θα βγει τιποτα απ΄ το τιποτα. μιλα ξανα.
κορδελια: εγω, η καημενη, δε μπορω να φερω στο στομα την καρδια μου. αφεντη ς΄ αγαπω κατα το χρεος μου, οχι πιο πολυ η πιο λιγο.
ληρ: πως, πως, κορδελια; λιγο διορθωσε τα λογια σου, αλλιως μπορει την τυχη σου να βλαψεις.
κορδελια: καλε μου κυρη, εσυ με γεννησες, μ΄ αναθρεψες, μ΄ αγαπησες. εγω, καθως αρμοζει παλι, σου ξεπληρωνω αυτες τις καλοσυνες μ΄ υπακοη, μ΄ αγαπη, με περισσιο σεβας. τι παντρευτηκανε οι αδερφαδες μου, αφου λενε πως ολη κι ολη η αγαπη τους ειναι για σενα; αν τυχει καποτε κι εγω να παντρευτω, εκεινος που το χερι μου στο χερι του θα παρει μαζι θα παρει τη μιση μου αγαπη και τη μιση στοργη μου και φροντιδα· σιγουρα δε θα παντρευτω ποτε, αν ειναι, σαν τις αδερφαδες μου, ναναι η αγαπη μου ολη κι ολη στον πατερα μου.
ληρ: ειναι η καρδια σου συμφωνη μ΄ αυτα;
κορδελια: μαλιστα, αφεντη μου καλε.
ληρ: πως, τοσο νεα και τοσο αναισθητη;
κορδελια: αφεντη, νεα κι αληθινη.
ληρ: καλα· λοιπον, για προικα παρε την αληθεια σου. γιατι, μα τα΄ αγιο αχτινοβολημα του ηλιου, μα τα μυστηρια της εκατης, μα τη νυχτα, μα τις ουρανιες δυναμες απ΄ οπου βγαινει κι η αρχη της υπαρξης μας και το τελος, τωρα ολη απαρνιεμαι τη στοργη την πατρικη, συγγενεια και δεσμους απο αιμα, και στο εξης ξενη εισαι στην καρδια μου και στου νου για παντα. ο βαρβαρος ο σκυθης η κι αυτος που κανει τροφη του τα παιδια του, να περιδρομιασει την πεινα του, θα βρει στην αγκαλια μου τοση φιλια, σπλαχνια και συνδρομη, οση και συ η αλλοτε κορη μου.
κεντ: καλε μου ρηγα–
ληρ: ήσυχα κεντ! μη μπεις αναμεσα στο δρακο και στη λυσσα του. η χαϊδεμενη μου ητανε και λογιαζα ν΄ απακουμπησω τα στερνα μου στην τρυφερη της λατρα. –φευγα, και μπροστα μου να μη φανεις!–έτσι να βρω ησυχια στον ταφο μου, την πατρικη καρδια μου τωρα της την παιρνω! καλεστε μου τον φραγκο– ποιος σαλευει; καλεστε τον βουργουνδη. –κορνουαλη κι άλμπανη, μαζι μ΄ αυτες τις προικες των δυο θυγατερων μου και τουτη εδω την τριτη να χωνεψετε· κι αυτην η ξιπασια της, που τη λεει ισαδα, ας την παντρεψει. σας ντυνω και τους δυο σας με τη δυναμη μου, με την ανωτατη εξουσια και μ΄ ολες τις τιμες που συντροφευουν το μεγαλο αξιωμα. εγω, με μια εκατονταδα παλικαρια, που θα κρατησω με συντηρηση σας, θα ζω κοντα σας, μια στον ενα, μια στον αλλο, με τη σειρα μηνα με μηνα συναλλαζοντας. τα΄ ονομα μονο θα΄ χω πια και τις τιμες τις αλλες, που αρμοζουν ς΄ ενα βασιλια· κυβερνηση, εσοδα και η εξουσια η αλλη, αγαπητα παιδια μου, δικα σας· και γι΄ αποδειξη, μοιραστε μεταξυ σας ετουτη την κορονα. [τους δινει το στεμμα].
κεντ: αφεντη, βασιλια μου ληρ, που παντα μου σε τιμησα βασιλικα και σαν πατερα μου ς΄ αγαπησα· που ς΄ ακολουθησα σαν αρχηγο μου και σαν προστατη μου αγιο σε μελετησα στις προσευχες μου.
ληρ: το τοξο σημαδευει τεντωμενο, φυλαξου απ΄ τη σαϊτα.
κεντ: ριχ΄ τη καλυτερα να περονιασει την καρδια μου. ας φερνεται ασχημα ο κεντ, αφου δεν ειναι ο ληρ καλα. τι πας να καμεις, γερο; μη θαρρεις το χρεος που θα δειλιασει να μιλησει, οταν η δυναμη σκυβει στην κολακεια; χρωσταει ναναι λευτεροστομη η τιμη, οταν ξεπεφτει στη μωρια το μεγαλειο. άλλαξε αποφαση και σκεψου πιο καλυτερα, την τρομερη βιασυνη σου να συγκρατησεις. με τη ζωη μου σου εγγυωμαι για τη γνωμη μου, δε ς΄ αγαπαει λιγοτερο η μικρη σου η κορη κι ουτ΄ ειναι κουφιοι απο καρδια οσοι η λαλια τους η σιγανη δεν κουδουνιζει κουφια λογια.
ληρ: αν θες τη ζωη σου, κεντ, μη βγαλεις λεξη πια.
κεντ: την ειχα παντα τη ζωη μου σαν ατου να πεφτει εναντια στους εχτρους σου κι ουτε τρεμω να μην τη χασω, οταν το θελει η σωτηρια σου.
ληρ: χασου απ΄ τα ματια μου!
κεντ: καλυτερα ανοιξε τα, ληρ, κι ασε να μεινω παντα τα΄ ασπραδι του ματιου σου το πιστο.
ληρ: τωρα, μα τον απολλωνα–
κεντ: τωρα, μα τον απολλωνα, καλεις του κακου τους θεους σου.
ληρ: άπιστε δουλε! [πιανοτας το σπαθι του]
άλμπανης και κορνουαλης: μη, καλε μου αφεντη.
κεντ: καμε το! δως΄ στον γιατρο σου θανατο και με την πληρωμη σου αυτη γιατρεψε το αθλιο παθος σου. παρ΄ τη δωρεα σου πισω, αλλιως, οσο φωνη θα βγαζω απ΄ το λαρυγγι μου, θα σου το λεω: εκαμες ασκημα!
ληρ: άκουσε προδοτη, στο χρεος σου να μ΄ ακους σου λεω, ακουσε με! επειδη βαλθης να με καμεις να πατησω το λογο μου, που ως τωρα εγω δεν το΄ καμα ποτε, και τολμησες πεισματικα να μπεις αναμεσα στην προσταγη μου και στη δυναμη μου, που δεν τ΄ ανεχεται ουτε το αιμα μου, ουτε η θεση μου, την εξουσια μου ξαναπαιρνω, να κι η πληρωμη σου: σου δινω πεντε μερες να ετοιμασεις ο,τι χρειαζουμενα για τα δεινα του βιου· την εχτη γυρνα τη μισητη σου ραχη στο βασιλειο μου. σε δεκα μερες, αν βρεθει ακομη μες στο κρατος μου το ξεγραμμενο σου κορμι, θανατο θα΄ χεις στη στιγμη. πηγαινε! μα το δια, αυτο δε θα τα΄ ανακαλεσω.
κεντ: να΄ σαι καλα· αφου θελεις τετοιος να φανεις, η λευτερια ειν΄ αλλου κι εδω΄ ναι η εξορια.
τιτος ανδρονικος
θελεις να πλησιασεις των θεων τη φυση; τοτε πλησιασε τους με το ελεος σου· το ελεος ειναι της ευγενειας γνησιο γνωρισμα [σελ· 26].
η υποχρεωση σε αντρες με πνευμα ανωτερο ειναι αμοιβη τιμητικη [σελ· 31]
ζει δοξασμενος οποιος γι΄ αρετη πεθαινει [σελ· 38]
ό,τι δε μπορεις να το ΄χεις οπως θα ΄θελες, θα το ΄χεις κατ΄ αναγκη οπως μπορεις [σελ· 47].
τιτος: μαρκο, τι χτυπησες με το μαχαιρι σου;
μαρκος: χτυπησα αφεντη μου και σκοτωσα μια μυγα.
τιτος: όξω απο δω φονια! σκοτωνεις την καρδια μου. τα ματια μου εχουν χορτασει απο τη θεα της τυραννιας: ενας που σκοτωνει αθωον δε μπορει να ΄ναι αδερφος του τιτου. φευγα· το βλεπω, δε μπορεις να ΄σαι παρεα μου.
μαρκος: αχ, κυριε μου, σκοτωσα μονο μια μυγα.
τιτος: μ΄ αν ειχε η μυγα αυτη πατερα και μητερα; πως θα κρεμαε τα διαφορα χρυσοφτερουγια της και θρηνους θα ζουζουνιζε στον αερα! δυστυχη αβλαβη μυγα, που ΄ρθε με ζουζουνισμα μελωδικο να μας φαιδρυνει και τη σκοτωσες.
μαρκος: συγνωμη· ηταν μαυρη, ασκημομυγα, σαν τον αραπη της βασιλισσας, γι΄ αυτο τη σκοτωσα.
τιτος: ω, ω, ω! τοτε σχωρεσε με που σε μαλωσα, γιατι εκανες καλη, γεναια πραξη. δωσε μου το μαχαιρι σου, θελω θριαμβο να κανω σε δαυτη· να καμαρωσω σαμπως να ΄ταν ο αραπης που ΄ρθε επιτηδες για να με φαρμακωσει. κι ομως θαρρω δεν εχουμε ξεπεσει τοσο, να μη μπορουμε να σκοτωσουμε μια μυγα που ΄ρχεται ομοια με καταμαυρο αραπη.
ιουλιος καισαρας
ευμεταβολο αισθηματων οχλου.
και για πιο λογο να χαρειτε; φερνει λαφυρα στην πολη; σερνει σκλαβους πισω του αλυσοδετους στη ρωμη, στολισμα στις ροδες των αμαξιων του; σεις, κουτσουρα, σεις τουβλα, σεις, αναισθητα οντα! κοσμε σκληροκαρδε της ρωμης, δε γνωρισατε σεις τον πομπηιο; κι οχι μια και δυο φορες, παρα συχνα δε σκαρφαλωνατε σε μαντρες, σε παραθυρια, σε μπαλκονια και ς΄αστραχες, σε καμιναδες με μωρα αγκαλια, κι εκει ολη μερα δεν κατσατε με υπομονη προσμενοντας να ιδειτε στους δρομους να περναει της ρωμης τον τρανο πομπηιο; και μολις βλεπατε να ξαναφαινει το αρμα του, δε ξεφωνιζατε μυριοστομο το ζητω που τρεμε ολοσωμος ο τιβερης ακουγοντας του αλλαλαγμου σας τον αντιλαλο να βουιζει στους κουφιους οχτους του; και τωρα σεις φορειτε τα καλα σας; και τωρα σεις του κανετε γιορτη; και τωρα στρωνετε ανθους στο δρομο του, αυτουνου που ερχεται με θριαμβο πανω στο αιμα του πομπηιου; φευγατε! τρεχτε στα σπιτια σας και πεσετε στα γονατα. παρακαλεστε τους θεους να παραβλεψουν, να μη σας βρει η οργη που πρεπει σε τετοια αχαριστια [σελ. 22-23].
πως κονταινεις ενα φιλοδοξο.
σαν του μαδησουμε απ΄ τη φτερουγα τα φτερα που μεγαλωνουν, θαναι το πεταμα του στο υψος το συνηθισμενο, αλλιως θ΄ ανεβει οπου δε φτανει ματι ανθρωπου, και θα μας εχει ολους εμας σε δουλικη τρομοκρατια [σελ. 24].
αφεντης-δουλος
κασκας: πραγματι, λενε πως αυριο οι συγκλητικοι σκοπευουν να θρονιασουν βασιλια τον καισαρα. και θα φορει το στεμμα του στερια και θαλασσα, ς΄ ολα τα μερη, εξω απο δω, στην ιταλια.
κασσιος: τοτε γνωριζω που θα βαλλω τουτη τη λεπιδα. ο κασσιος θα γλιτωσει απο τα δεσμα τον κασσιο: μ’ αυτο θεοι μου, τον αδυνατο τον κανετε δυνατοτατο. μ’ αυτο, θεοι, νικατε τους τυραννους. ουτε πετρινος πυργος, ουτε τοιχοι μπρουτζινοι, ουτε πνιγερο μπουντρουμι, ουτε σιδερα βαρια μπορουν να περιορισουν της ψυχης τη δυναμη. η ζωη, οταν την τρων αυτες οι κοσμικες αμπαρες, εχει παντα τη δυναμη να λυτρωθει. αν ξερω τουτο εγω, ας το ξερουν κι ολοι οι ανθρωποι, πως οσο μερος τυραννιας εγω ‘μαι φορτωμενος μπορω οταν θελω να τ’ αποτιναξω.
κασκας: το ιδιο κι εγω: το ιδιο ο καθε σκλαβος εχει στο χερι του τη δυναμη να λυσει τα δεσμα του.
κασσιος: τοτε γιατι ‘ναι τυραννος ο καισαρας; ο δολιος, γνωριζω πως δε θα ηταν λυκος αν δεν εβλεπε πως ειναι προβατα οι ρωμαιοι. δε θα ηταν λιονταρι αν οι ρωμαιοι δεν ηταν λαφια. όσοι βιαζονται ν΄ αναψουν μια φωτια μεγαλη, αρχιζουν με λιγα αχυρα. τι φρυγανα ειν’ η ρωμη, τι σκουπιδια, τι σκυβαλα, οταν χρησιμευει σαν προχειρο υλικο για να φωτισει πραμα αναξιο σαν τον καισαρα [σελιδες 41-42].
το αυγο του φιδιου
βρουτος: αυτο πρεπει να γινει με το θανατο του: κι απο μερους μου εγω δεν ξερω αιτια προσωπικη να τον χτυπησω, παρα τη γενικη.θελει να βαλλει στεμμα:πως αυτο μπορει να του αλλαξει τη φυση, εδω ειν’ το ζητημα. η ωραια ημερα βγαζει εξω την οχια. κι αυτο απαιτει προσεχτικα να περπατας. να του βαλουμε στεμμα; -ναι! κι υστερα, τοντι λεω, του βαζουμε κεντρι, που οποτε θελει θα μπορει ναναι μ΄ αυτο επικινδυνος. κανει καταχρηση το μεγαλειο, οταν χωριζει τη συνειδηση απο τη δυναμη του. και, να ειπουμε την αληθεια για τον καισαρα, δε γνωριζω αν τα παθη του τον κυβερνησαν πιο πολυ απ΄ το λογικο του.μα ειν’ αποδειγμενο πως η ταπεινοφροσυνη ειναι της εναρης φιλοδοξιας η σκαλα που ς΄ αυτη στρεφει προσωπο οποιος σκαρφαλωνει. μα οταν μια φορα ανεβει στο κεφαλοσκαλο, τοτε γυρναει την πλατη του στη σκαλα, και κοιταει στα συννεφα, καταφρονωντας τα ασημα σκαλια που τον ανεβασαν.έτσι μπορει κι ο καισαρας. και για να μη μπορεσει, να προλαβουμε. και, μια κι η αντιδικια δε θα φοραει σημα τι τι ειν’ αυτος, ας τη διαμορφωσουμε ετσι: αυτο που ειναι, μεγαλωνοντας, θα εφτανε σε τουτες και σε τουτες τις ακροτητες. γι’ αυτο στοχασου τον σαν ενα αβγο φιδισιο, που, σκαζοντας, κατα το ειδος του, θα γινει κακοποιο, και σκοτωσε τον μες στο τσοφλι [σελιδες 45-46].
όρκος
βρουτος: όχι, οχι ορκο: αν το προσωπο το αντρικιο, το ψυχικο μαρτυριο μας, αν η απατη της εποχης, αν ειναι αυτα αιτιες αδυνατες, σκορπατε ευθυς, κι εμπρος καθενας στο νωθρο του στρωμα. κι η αυθαδης τυραννια ας αλωνιζει, ωσοτου ολοι ενας ενας πεσουνε με κληρο. μ’ αν αυτα, καθως εγω πιστευω σιγουρα, εχουν φωτια αρκετη δειλους ν΄ αναψουν και μ΄ αντρεια ν΄ ατσαλωσουν το αβρο γυναικειο πνευμα, τοτε, πατριωτες τι θελουμε αλλο απο το δικιο μας να μας κεντρισει για να μας ξεσηκωσει; τι αλλο δεσιμο απο ρωμαιους μυημενους, που εχουν δωσει λογο και δεν τον αθετουν; και τι αλλον ορκο απο τιμη δεμενη με τιμη, να γινει ετουτο, η να πεσουμε γι’ αυτο; ορκιζονται παπαδες, δειλοι, κατεργαρεοι, παλιοψοφιμια και ψυχες βασανισμενες τοσο που το καλοδεχονται τ΄ αδικο. για κακους σκοπους ορκιζονται ατομα που δεν τα εμπιστευονται οι ανθρωποι. μα εμεις να μη λεκιασουμε την καθαρη αρετη του εργου μας ουτε το ακαταβλητο μας φρονημα με σκεψη πως το ζητημα μας η η εχτελεση του χρειαζεται ορκο. η καθε σταλα απ’ το αιμα καθε ρωμαιου, ρωμαιου πατρικιου, θα ειν’ ενοχη για βαρια νοθεια, αν αθετησει και το ελαχιστο μοριο απ΄ οποιαδηποτε εχει δωσει υποσχεση [σελιδες 50-51].
τιμη-ατιμια
βρουτος: τι’ ναι αυτο που εχεις να μου πεις; αν ειναι κατι για γενικο καλο, βαλε μου στο ‘να ματι τιμη και στ΄ αλλο θανατο και θα ιδω και τα δυο το ιδιο αδιαφορα. γιατι, ετσι απ’ τους θεους να ιδω τοσο καλο οσο πιοτερο αγαπω τ’ ονομα της τιμης παρα φοβαμαι θανατο.
κασσιος: γνωριζω αυτη την αρετη μεσα σου, βρουτο, τοσο καλα οσο γνωριζω και την οψη σου. ε, η τιμη ειν’ το θεμα που εχω να σου πω. δεν ξερω τι εσυ κι οι αλλοι ανθρωποι σκεφτονται για τουτη τη ζωη. μα εγω, σαν ατομο, καλλια ‘χω να μη παρα να ζω με φοβο απο ενα τετοιο πλασμα σαν και τον εαυτο μου. γεννηθηκα ελευθερος οπως και ο καισρας. το ιδιο κι εσυ. το ιδιο ανατραφηκαμε κι οι δυο, κι οι δυο μας αντεχομε το κρυο του χειμωνα οπως κι αυτος [σελ. 28-29]
η διαφορα του ενος απο τους πολλους.
κασσιος: θεοι, μ’ αποσβολωνει ενας με κραση τοσο αδυνατη, να βγαινει ο πρωτος στον μεγαλοπρεπο μας κοσμο και να παιρνει μονο αυτο τη δαφνη… μα αυτος [καισαρας], καλε μου, διασκελιζει τον στενο τον κοσμο σαν κολοσσος. και τ’ ανθρωπακια εμεις βαδιζουμε κατω απο τα πελωρια σκελια του γυρευοντας να βρουμε ταφους ασημους για λογου μας. οι ανθρωποι, καποτε, ειναι κυριοι στις μοιρες τους: το λαθος, ακριβε μου βρουτε, που ειμαστε υπο, δεν ειναι στ’ αστρα μας παρα σε μας τους ιδιους. βρουτος και καισαρας: τι εχει αυτο το “καισαρας”; γιατι τ΄ ονομα αυτο να ακουγεται περισσοτερο απο το δικο σου; γραφ΄ τα πλαι-πλαι, και το δικο σου ειναι ονομα αλλο τοσο ωραιο. προφερε τα, στο στομα παει το ιδιο ωραια. ζυγιασε τα, εχουν το ιδιο βαρος. ξορκισε μ΄ αυτα, το “βρουτος” θα σου ξεσηκωσει ενα δαιμονιο γρηγορα οσο και το “καισαρας”. ε, για τονομα ολων των θεων μαζι, τι τρωει αυτος ο καισαρας μας που ‘γινε τοσο μεγας; ω, καιροι, ντροπη σας! ρωμη, εχασες το γονο για ευγενειας αιματα! ποια εποχη, απο τον κατακλυσμο και δωθε, φημιστηκε ποτε απο ενα μονο αντρα; ποτε ειπαν ως τα τωρα, οσοι μιλουν για ρωμη, πως τα πλατια της τειχη κλειουν μονο ενα αντρα; ωραια, αληθεια, χωρα απλοχωρη, που μονο ενα ανθρωπο χωραει. ω! εσυ κι εγω ακουσαμε απ΄ τους πατεραδες μας που λεγαν πως ηταν καποτε ενας βρουτος, που οσο θ΄ ανεχοταν το γερο σατανα κυριαρχο στη ρωμη αλλο τοσο κι ενα βασιλια.
οι σκεφτομενοι ανθρωποι ειναι επικινδυνοι!
καισαρας: θελω γυρω μου ναχω ανθρωπους παχουλους, με λεια κεφαλια, τετοιους που κοιμωνται τη νυχτα. αυτος ο κασσιος εχει οψη ισχνη και πειναλεα. σκεφτεται πολυ: τετοιοι ανθρωποι ειναι επικινδυνοι!
αντωνιος: μην τον φοβασαι, καισαρα, δεν ειναι επικινδυνος, ειναι ευγενης ρωμαιος και καλοβολος.
καισαρας: ας ηταν πιο παχυς! μα εγω δεν τον φοβαμαι: κι ομως, αν τονομα μου ηταν τρωτο απο φοβο, δεν ξερω αλλον που θα αποφευγα, οσο γινεται, απο το στεγνο αυτο τον κασσιο. πολυδιαβαζει. ειναι μεγαλος παρατηρητης και βλεπει ως τα καταβαθα τις πραξεις των ανθρωπων. δεν του αρεσουν αγωνες, οπως εσενα, αντωνιε. δεν ακουει μουσικη, σπανια χαμογελαει, και χαμογελαει με τετοιο τροπο σα να κοροϊδευει τον εαυτο του, να καταφροναει το πνευμα του που ‘στερξε να χαμογελασει με ο,τιδηποτε. τετοιοι ανθρωποι ποτε δεν ησυχαζουν μεσα τους ενοσω βλεπουν ενα πιο τρανο απο λογου τους, κι ειναι γι΄ αυτο πολυ επικινδυνοι.

Αγάπη.

Η αγάπη είναι καπνός, βγαίνει άχνα απ’  τηνκαρδιά.

καθάρισε; φωτιά σπιθίζει μέσα στη ματιά.

πειράχτηκε; είναι θάλασσα από δάκρυα φουσκωμένη,

τι άλλο; τρέλα γνωστικά καλοκρυμμένη,

χολή που σ’  αρρωσταίνει, γλύκα που σε γιαίνει [Ρομέος και Ιουλιέτα, σελ. 28]

Σεξουαλική στέρηση, συνέπειες.

Τώρα δεν το ‘βρες,

γιατί εκείνη δεν τη βρίσκει

σαίτα του έρωτα· τι ‘ναι πιστή στην Άρτεμη·

και καλοαρματωμένη με ατσαλένια αγνότητα,

που του έρωτα η αδύνατη παιδιάτικη σαΐτα

δεν την τρυπάει. Δε σηκώνει μπλόκο ερωτικό,

ματιές καταχτητή δεν την εγγίζουν, ούτε

χρυσός αγιοξελογιαστής τον κόρφο της ανοίγει.

Πλούσια στα κάλλη, είναι φτωχιά, γιατί ο καιρός
θα φάει τα κάλλη της και σκόνη ο θησαυρός.
ΜΠΕΝ.    Εχει λοιπόν ταχτεί να ζήσει πάντα αγνή;
ΡΩΜ.      Ναι, μα η εγκράτεια της γίνεται σπατάλη

τι με τη στέρηση μαραίνονται τα κάλλη

και δεν αφήνουνε στο κάλλος διαδοχή.

Παρά ‘ναι ωραία και γνωστικιά, με γνώση πάρα
[ωραία,

άξια ν' αγιάσει που με φέρνει στην απελπισία.

Αρνήθη την αγάπη κι απ' τον όρκο της αυτό

πεθαίνω εγώ που μόνον ζω για να το ειπώ.
ΜΠΕΝ.       Άκουσε μένα: πάψε να τη σκέφτεσαι.
ΡΩΜ.         Μάθε με πώς να πάψω να τη σκέφτομαι.
ΜΠΕΝ.       Ελευθερώνοντας τα μάτια σου να ιδούνε κι άλλες καλλονές.
ΡΩΜ.         Αυτό θα μ' έκανε να σκέφτομαι περισσότερο
πόσο 'ναι ασύγκριτη η δίκια της καλλονή.

Οι μαύρες μάσκες που φιλούν στα φρύδια τις ωραίες

μας κάνουν να μαντεύουμε πιο ωραία αυτή που
[κρύβουν.

Οπου 'χασε τα μάτια του δε λησμονάει

τι θησαυρό 'χει χάσει χάνοντας το φως του.

Δείξε μου μια πολύ ωραία καλλονή,

θα 'ναι κι αυτή ένα μέτρο σύγκρισης για μένα,

που θα μου δείχνει την ασύγκριτη. Σε χαιρετάω.

Δε μπορείς, φίλε, να με μάθεις να ξεχάσω!

Άνθρωπος-Ζώο.

Άννα: Αχρείε! δεν ξέρεις νόμο θείο ούτε ανθρώπινο:

και το πιο άγριο χτήνος νιώθει κάποιο έλεος.

Γλόστερ: Καθόλου, λέω, δε νιώθει και γι'  αυτό δεν είμαι χτήνος.

Άννα: Ω, θαύμα! Όταν διαβόλοι λένε την αλήθεια [ο Βασιλιάς Ριχάρδος ο Γ', σελίδα 26].

Συνείδηση.

δε θέλω νάχω να κάνω μαζί της· κάνει τον άνθρωπο

δειλό· δε μπορεί κανείς να κλέψει χωρίς να τον κατακρίνει·

δε μπορεί κανείς να πάρει όρκο χωρίς να τονε μαλώσει·

δε μπορεί κανείς να πλαγιάσει με τη γυναίκα

του γείτονα του χωρίς να τονε ξεσκεπάσει: είναι ένα

ντροπαλό πνεύμα που κοκκινίζει, και αναστατώνει τα

σωθικά του ανθρώπου· τονε γενίζει δυσκολίες· μια φορά

μ’  έκανε να παραδώσω πουγγί με χρυσάφι που βρήκα·

κάνει ζητιάνο αυτόν που την έχει· τη διώχνουν απ’  όλες

τις χώρες και τα χωριά σαν πράμα επικίνδυνο· καθένας

που θέλει να καλοπεράσει, προσπαθεί να εμπιστευτεί τον

εαυτό του και να ζήσει χωρίς αυτήν

Μ. Γκόρκι

Μ. Γκόρκι

Mαξιμ Γκορκι.

για τη συμπεριφορα των ανθρωπων.
μα υπαρχει πουθενα στη γη καμμια ψυχη που να μη την στεναχωρεσαν ποτες; εμενα τοσο πολυ με στεναχωρεσαν, που κουραστηκα να στεναχωριεμαι. τι να κ΄ναεις, αφου οι ανθρωποι δεν μπορουν αλλιως; οι στεναχωριες μπαινουν εμποδιο στη δουλεια, αν καθεσαι κιαι τις λογαριαζεις, τζαμπα χανεις τον καιρο σου. έτσι ειναι η ζωη! παλιοτερα, τυχαινε να θυμωνω κι εγω με τους ανθρωπους, μα σαν το καλοσκεφτηκα, ειδα πως δεν αξιζει τον κοπο. ο καθενας φοβαται μην τον βαρεσει ο γειτονας, προσπαθει λοιπον να του κοπανισει πρωτος τη γροθια στ΄ αυτι. έτσι ειναι η ζωη.
για την ευχαριστηση μεσα στην αθλιοτητα.
μην κλαιτε! ειπε ο χαχολος απαλα και σιγαλα. εσεις δεν μπορουσατε να ζησετε αλλοιωτικα, κι ομως το καταλαβαινετε πως ζησατε μια παλιοζωη! χιλιαδες ανθρωποι μπορουν να ζησουν καλυτερα απο σας, κι ομως ζουν σαν τα ζωα, και μαλιστα καμαρωνουν, οτι ζουν καλα! που τη βλεπουν την καλη ζωη; επειδη σημερα δουλεψαν και φαγαν; που κι αυριο δουλεψαν και φαγαν; και το ιδιο αυτο, μια ολοκληρη ζωη, δουλια και φαϊ; αναμεσα ς΄ αυτα τα δυο, γεννουν και παιδια, στηναρχη παιζουν μαζι τους, κι υστερα, σαν μεγαλωνουν και θελουν μπολικο φαϊ, θυμωνουν, τα βριζουν, τραβατε, τους λεν, αχορταγα παλιοπαιδα, καιρος πια να δουλεψετε για να φατε! και θα τοθελαν να τα φτιασουν τα παιδια τους οικιακα ζωα, αλλα εκεινα αρχιζουν να δουλευουν για τη δικη τους κοιλια, και σερνει ο γαϊδαρος το καρρο στον ανηφορο! μια ολοκληρη ζωη! πραγματικα ανθρωποι ειναι μονο εκεινοι που σπαζουν τις αλυσιδες απ΄ το ανθρωπινο μυαλο.
για την ανθρωποφοβια.
κακο αυτο, κι ομως αναγκαζεσαι να μην εμπιστευεσαι τον ανθρωπο, αναγκαζεσαι να τον φοβασαι, ακομα και να τον μισεις! διχαζεται ο ανθρωπος. κι ενω θαθελε μονο ν΄ αγαπαει, δεν το μπορει! πως να τον συγχωρεσεις τον ανθρωπο, οταν εκεινος σου ριχνεται σαν τ΄ αγριο θεριο, οταν δε σε λογαριαζει για ζωντανη ψυχη και βαραει κλωτσιες στ΄ ανθρωπινο το προσωπο σου; δεν κανει να σχωρας! όχι επειδη δεν το μπορεις εσυ–εγω τις προσβολες στον εαυτο μου θα τις καταπιω ολες–αλλα γιατι δεν θελω να βοηθησω τους βιαστες, δεν θελω να μαθουν τους αλλους να δερνουν πανω στη δικια μου ραχη. δεν κανει να σχωραω τιποτα το κακο, εστω κι αν δε με βλαφτει εμενα! εγω δεν ειμαι μοναχος στη γη! σημερα θα του επιτρεψω να με προσβαλει, κι ισως το μονο που θα κανω, θαναι να γελασω για την προσβολη, δεν θα με πειραζει το φερσιμο, αυριο ομως, αφου θα εχει δοκιμασει πανω μου τη δυναμη του, ο βιαστης θ΄ αρχισει να γδερνει τον αλλο. κι ετσι αναγκαζεσαι να βλεπεις τους ανθρωπους διαφορετικα τον καθενα, αναγκαζεσαι να κοντρολαρεις αυστηρα την καρδια σου, να ξεχωριζεις τους ανθρωπους: τουτοι ειναι δικοι μου, κι εκεινοι ξενοι. κανεις αυτο που πρεπει, κι ομως δεν παρηγοριεσαι!
για το αστυνομικο κρατος.
αυτο ειναι ζωη! βλεπεις πως στεκουνται αντιμετωποι οι ανθρωποι μεταξυ τους; δεν το θες κι ομως βαρας! και ποιον; ένα αδικημενο σαν και σενα γιατι ειναι κουτος. αστυνομια, χωροφυλακοι, χαφιεδες, ολοι τους ειναι εχθροι μας, κι ομως ολοι αυτοι ειναι ανθρωποι σαν και εμας, τους πινουν κι αυτουνων το αιμα, κι αυτουνους δεν τους θεωρουν για ανθρωπους. σε ολα σαν κι εμας! κι ομως τους στρεφουν τους ανθρωπους, τον ενα εναντια στον αλλο, τους τυφλωνουν με την κουταμαρα και με το φοβο, τους εχουν ολους δεμενους χειροποδαρα, τους παταν και τους ρουφανε, ξεζουμιζουν και δερνουν τον ενα με τον αλλο. μετετρεψαν τους ανθρωπους σε ντουφεκια, ροπαλα, πετρες κι υστερα σου λεν: αυτο ειναι το κρατος! αυτο ειναι εγκλημα μανα! απαισια δολοφονια εκατομμυριων ανθρωπων, δολοφονια ψυχων. καταλαβαινεις, σκοτωνουν την ψυχη. βλεπεις τη διαφορα αναμεσα σε κεινους και σε μας: εδωσε ο ανθρωπος ενα μπατσο και συχαινεται, ντρεπεται, ποναει. συχαινεται, αυτο ειναι το σπουδαιοτερο! ενω εκεινοι, σκοτωνουν ηρεμα χιλιαδες, χωρις να λυπηθουν, χωρις τρεμουλιασμα της καρδιας, σκοτωνουν με ευχαριστηση! και ποδοπατουν θανασιμα τους παντες και τα παντα, μονο και μονο για να προστατεψουν το ασημι, το χρυσαφι, τα τιποτενια χαρτια, ολα αυτα τα μπιχλιμπιδια που τους δινουν την εξουσια πανω στους ανθρωπους. δεν προστατευουν τον εαυτο τους σκοτωνοντας το λαο, παραμορφωνοντας τις ψυχες των ανθρωπων, δεν τα κανουν αυτα για τον εαυτο τους, αλλα για την περιουσια τους. δεν προφυλαν τον εαυτο τους απο μεσα, αλλα απ΄ εξω.
orwell [1984]

G. Orwell

G. Orwell

το εγκλημα της σκεψης δεν ηταν κατι που μπορουσε να κρυψει κανεις για παντα. μπορουσες να ξεγελασεις με επιτυχια για λιγο ακομη και για χρονια, αλλα αργα η γρηγορα, θα ς΄ επιαναν. παντα τη νυχτα-οι συλληψεις γινονταν παντα τη νυχτα. το ξαφνικο τιναγμα μες΄ τον υπνο, το τραχυ χερι που τρανταζε τον ωμο σου, τα φωτα να πεφτουν εκτυφλωτικα μες΄ τα ματια σου, τα σκληρα προσωπα που περικυκλωναν το κρεβατι σου. στις περισσοτερες περιπτωσεις δε γινοταν δικη, ουτε αναφεροταν η συλληψη. οι ανθρωποι απλως εξαφανιζονταν, παντα μεσα στη νυχτα. το ονομα σου σβηνοταν απο τους καταλογους, καθε στοιχειο για καθε τι που ειχες κανει εξαλειφοταν, η καποτε υπαρξη σου δεν αναγνωριζοταν, και ξεχνιοταν. ειχες καταστραφει, ειχες εκμηδενιστει: ειχες εξατμιστει ηταν η λεξη που χρησιμοποιουσαν γι΄ αυτο … “ξερεις ποσο καιρο εισαι εδω;”-”δεν ξερω. μερες, εβδομαδες, μηνες”. -”και γιατι φανταζεσαι οτι φερνουμε εδω τους ανθρωπους;”-”για να τους κανετε να ομολογησουν”-”όχι, δεν ειναι αυτος ο λογος: σκεψου παλι!”-”για να τους τιμωρησετε!”-”όχι” φωναξε ο ο΄ μπραιεν [βασανιστης στο υπουργειο αγαπης]. “το κομμα δεν ενδιαφερεται για την πραξη αυτη καθ΄ εαυτη. εκεινο που μας ενδιαφερει ειναι η σκεψη. δεν καταστρεφουμε μονο τους εχθρους μας, τους αλλαζουμε! -”το πρωτο πραγμα που πρεπει να καταλαβεις ειναι οτι, ς΄ αυτο εδω το μερος [υπουργειο αγαπης] δεν υπαρχουν μαρτυρες. έχεις διαβασει για τους θρησκευτικους διωγμους στο παρελθον. στο μεσαιωνα υπηρχε η ιερα εξεταση [holly inquisition]. ήταν μια αποτυχια. ξεκινησε να ξεριζωσει την αιρεση και καταληξε να τη διαιωνισει. για καθε αιρετικο που εκαιγε στην πυρα, χιλιαδες αλλοι ξεσηκωνονταν. γιατι; γιατι η ιερα εξεταση σκοτωνε τους εχθρους της δημοσια και τους σκοτωνε αμετανοητους. μαλιστα, τους σκοτωνε ακριβως γιατι δεν ειχαν μετανοησει. οι ανθρωποι πεθαιναν, γιατι δεν εγκατελειπαν την πραγματικη πιστη τους. φυσικα, ολη η δοξα ανηκε στο θυμα και ολη η ντροπη στην ιερα εξεταση που το εκαψε. αργοτερα, στον εικοστο αιωνα ηταν οι λεγομενοι οπαδοι του ολοκληρωτισμου. ήταν οι γερμανοι ναζι και οι ρωσοι κομμουνιστες. οι ρωσοι καταδιωξαν την αιρεση με περισσοτερη αγριοτητα απ΄ ο,τι η ιερα εξεταση, και πιστευαν οτι ειχαν διδαχθει απο τα λαθη του παρελθοντος. ήξεραν παντως οτι δεν πρεπει να δημιουργησουν μαρτυρες. πριν εκθεσουν τα θυματα τους σε δημοσια δικη, εβαζαν τα δυνατα τους να συντριψουν την αξιοπρεπεια τους. τους εξαθλιωναν με τα βασανιστηρια και την απομονωση, ωσπου να γονατισουν αξιοθρηνητα οντα εξευτελισμενα και τιποτενια που ομολογουσαν ο,τι τους εβαζαν στο στομα, εβριζαν τους ιδιους τους εαυτους τους, καλυπτονταν ενοχοποιωντας ο ενας τον αλλο, εκλιπαρουσαν χαρη κλαιγοντας. κι ομως, υστερα απο λιγα χρονια μονο, το ιδιο πραγμα ξαναγινε. οι νεκροι ειχαν γινει μαρτυρες και ο εξευτελισμος τους ειχε ξεχαστει. για ποιο λογο τουτη τη φορα; κατ΄αρχην γιατι οι ομολογιες που ειχαν κανει ηταν φανερο πως ειχαν αποσπασθει με τη βια και ηταν ψευτικες. εμεις δεν κανουμε τετοιου ειδους λαθη. όλες οι ομολογιες που γινονται εδω ειναι αληθινες. τις κανουμε αληθινες, και προπαντος, δεν επιτρεπουμε στους νεκρους να ξεσηκωθουν εναντιον μας. πρεπει να παψεις να φανταζεσαι πως οι μελλουσες γεννιες θα σε δικαιωσουν, ουινστων. οι επερχομενοι δε θα ξερουν τιποτα για σενα. θα απαλειφθεις απο την ιστορια. θα σε κανουμε αεριο και θα σε σκορπισουμε στη στρατοσφαιρα. δε θα μεινει τιποτα απο σενα, ουτε ενα ονομα ς΄ ενα καταλογο, ουτε μια αναμνηση ς΄ ενα ζωντανο μυαλο. θα εκμηδενιστεις στο παρελθον οπως και στο μελλον. δε θα εχεις υπαρξει ποτε. εισαι ενα ψεγαδι στο σχεδιο, ουινστων. εισαι μια κηλιδα που πρεπει να εξαλειφθει. δε σου ειπα μολις τωρα πως διαφερουμε απο τους διωκτες του παρελθοντος; δεν ικανοποιουμαστε με μια αρνητικη υποταγη, ουτε ακομη και με την πιο ταπεινη υποταγη. όταν στο τελος θα μας παραδοθεις αυτο πρεπει να γινει με τη δικη σου θεληση. δεν καταστρεφουμε τον αιρετικο επειδη μας αντιστεκεται. όσο μας αντιστεκεται δεν τον καταστρεφουμε ποτε. τον προσηλυτιζουμε, κυριευουμε την ψυχη του, τον διαπλαθουμε ξανα.
εξαλειφουμε καθε κακο και καθε ψευδαισθηση απο μεσα του. τον περνουμε με το μερος μας, οχι μονο φαινομενικα, αλλα πραγματικα, με την ψυχη και το μυαλο του. πριν τον σκοτωσουμε τον κανουμε δικο μας. ειναι ανεπιτρεπτο για μας να υπαρχει οπουδηποτε στον κοσμο μια παραπλανημενη σκεψη, οσο κρυφη κι ανισχυρη κι αν ειναι. δεν μπορουμε να επιτρεψουμε καμια παρεκκλιση, ακομα και ς΄ ενα ετοιμοθανατο. στο παρελθον ο αιρετικος βαδιζε στην πυρα παραμενοντας αιρετικος, διακηρυσσοντας την αιρεση του θριαμβικα. ακομα και το θυμα των ρωσικων εκκαθαρισεων, καθως κατεβαινε στο πεδιο των εκτελεσεων περιμενοντας τη σφαιρα, εκλεινε μεσα στο κρανιο του μια επανασταση. εμεις ομως κανουμε τελειο το μυαλο προτου το τιναξουμε στον αερα. η εντολη των παλιων καθεστωτων του δεσποτισμου ηταν: “θα θελεις”. η δικη μας εντολη ειναι: “θελεις”. κανενας απ΄ οσους φεραμε εδω δε σηκωνει κεφαλι εναντια μας. όλους τους κανουμε οπως τους θελουμε, τελειους. ακομα κι αυτους τους τρεις αθλιους προδοτες … που καποτε τους πιστευες αθωους, στο τελος τους τσακισαμε. τους ειδα σιγα-σιγα να καταρρεουν, να βογγουν, να ικετευουν, να κλαινε, και στο τελος δεν ηταν ουτε απο πονο, ουτε απο φοβο, αλλα απο μετανοια. όταν τελειωσαμε πια μαζι τους, ειχε μεινει μονο το περιβλημα απο δαυτους, ο φλοιος τους. δεν ειχε μεινει τιποτα μεσα τους εκτος απο λυπη για ο,τι ειχαν κανει, και αγαπη για το μεγαλο αδερφο. ικετευαν να τουφεκιστουν γρηγορα για να πεθανουν οσο το μυαλο τους ηταν ακομη καθαρο.
μη φανταστεις οτι θα σωθεις ουινστων, κι αν μας παραδοθεις ολοκληρωτικα. δε γλυτωνει ποτε κανενας απ΄ οσους ξεφυγαν απο το σωστο δρομο. ακομα και αν αποφασισουμε να ς΄ αφησουμε να ζησεις ως το φυσικο σου οριο, παλι δε θα γλιτωνες ποτε απο μας. ό,τι σου συμβαινει εδω, θα σε σημαδεψει για παντα. πρεπει να το καταλαβεις αυτο μια για παντα. θα σε συντριψουμε ως το σημειο απ΄ οπου δεν υπαρχει γυρισμος. δε θα γιατρευτεις ποτε απ΄ αυτο που θα παθεις, ακομα κι αν ζουσες χιλια χρονια. ποτε ξανα δε θα εισαι ικανος να νιωσεις ενα οποιοδηποτε ανθρωπινο αισθημα. το καθε τι θα νεκρωσει μεσα σου. ποτε ξανα δε θα μπορεσεις να νιωσεις αγαπη, φιλια, χαρα της ζωης, γελιο, περιεργεια, θαρρος, τιμιοτητα. θα εισαι κουφιος. θα σε στριψουμε ωσπου να αδειασεις και επειτα θα σε γεμισουμε με τους εαυτους μας.
ειμαστε οι ιερεις της δυναμης, ο θεος ειναι δυναμη. όμως για σενα, η δυναμη δεν ειναι παρα μια λεξη. ειναι καιρος να παρεις μια ιδεα για το τι σημαινει η λεξη δυναμη. πρεπει κατ΄ αρχη να συνειδητοποιησεις οτι η δυναμη ειναι συλλογικη. το ατομο δεν εχει δυναμη, παρα μονο οταν παυει να ειναι ατομο. γνωριζεις το συνθημα του κομματος: “η ελευθερια ειναι σκλαβια”. έχεις σκεφτει ποτε οτι μπορει να αντιστραφει, “η σκλαβια ειναι ελευθερια”. μονος, ελευθερος, ο ανθρωπος ειναι παντα νικημενος. έτσι πρεπει να ειναι, γιατι καθε ανθρωπινο πλασμα ειναι καταδικασμενο να πεθανει, πραγμα που ειναι η μεγαλυτερη αποτυχια. αν ομως μπορεσει να υποταγει εντελως και ολοκληρωτικα, αν μπορεσει να ξεφυγει απ΄ τον εαυτο του, αν μπορεσει να βυθιστει μεσα στο κομμα ωσπου να ειναι αυτος το κομμα, τοτε ειναι παντοδυναμος και αθανατος. το δευτερο πραγμα που πρεπει να συνειδητοποιησεις ειναι οτι, η δυναμη ειναι ο ελεγχος που ασκειται στα αλλα ανθρωπινα οντα. έλεγχος του σωματος, αλλα κυριως του μυαλου. ο ελεγχος της υλης δεν εχει σημασια. ήδη εμεις ελεγχουμε απολυτα την υλη.
για μια στιγμη ο ουινστων ξεχασε το καντραν. έκανε μια αποτομη προσπαθεια να καθισει, και το μονο που καταφερε ηταν να στραμπουληξει το κορμι του οδυνηρα. -”μα πως ελεγχετε την υλη;”, ξεσπασε. “δεν ελεγχετε καν το κλιμα η το νομο της βαρυτητας. υπαρχουν η αρρωστεια, ο πονος, ο θανατος”. ο ο΄ μπραιεν του εκανε νοημα να σωπασει. -”ελεγχουμε την υλη γιατι ελεγχουμε το μυαλο. η πραγματικοτητα βρισκεται μεσα στον εγκεφαλο. θα μαθεις σιγα σιγα, ουινστων. δεν υπαρχει τιποτα που να μην μπορουμε να κανουμε. μπορουμε να γινουμε αορατοι, να υψωθουμε στον αερα, ο,τιδηποτε. αν ηθελα θα μπορουσα να ανυψωθω απ΄ το πατωμα και να πεταξω στον αερα σαν σαπουνοφουσκα. δεν το θελω, γιατι δεν το θελει το κομμα. πρεπει να απαλλαγεις απο τις ιδεες του δεκατου εννατου αιωνα για τους νομους της φυσης. τους νομους της φυσης τους φτιαχνουμε εμεις.
-πως βεβαιωνεται καποιος για τη δυναμη του πανω σε ενα αλλο, ουινστων; ο ουινστων σκεφτηκε: “κανοντας τον να υποφερει”, ειπε. “ακριβως. κανοντας τον να υποφερει. η υπακοη δεν αρκει. αν δεν υποφερει, πως μπορει να εισαι βεβαιος πως υπακουει στη δικη σου θεληση και οχι στη δικη του; δυναμη ειναι να επιβαλλεις πονο και ταπεινωση. δυναμη ειναι να κομματιασεις το ανθρωπινο μυαλο και να το συναρμολογησεις παλι δινοντας του το σχημα που θελεις εσυ. αρχιζεις να καταλαβαινεις τι κοσμο δημιουργουμε; ειναι ακριβως το αντιθετο απο τις ανοητες ηδονιστικες ουτοπιες που ειχαν οραματιστει οι παλιοι μεταρρυθμιστες. ειναι ενας κοσμος φοβου και προδοσιας και βασανιστηριων. ένας κοσμος καταπιεστων και καταπιεζομενων, ενας κοσμος που οσο τελειοποιειται θα γινεται ολο και πιο ανελεητος. η προοδος στο δικο μας κοσμο θα σημαινει προοδο σε περισσοτερο πονο. οι παλιοι πολιτισμοι ισχυριζονταν πως βασιζονταν πανω στην αγαπη και τη δικαιοσυνη. ο δικος μας βασιζεται στο μισος. στο δικο μας κοσμο δε θα υπαρχουν αλλα συναισθηματα εκτος απο το φοβο, την οργη, τη θριαμβολογια και την ταπεινωση. όλα τα αλλα θα τα καταπνιξουμε-ολα!.
ήδη τωρα καταστρεφουμε τις συνηθειες της σκεψης που εχουν επιζησει απο την προ-επαναστατικη εποχη. σπασαμε τα δεσμα που ενωναν τους γονεις με ταπαιδια, τους ανδρες με τους ανδρες και τον ανδρα με τη γυναικα. κανενας δεν τολμα πια να εμπιστευτει τη γυναικα του, το παιδι του η το φιλο του. στο μελλον ομως δε θα υπαρχουν ουτε γυναικες, ουτε φιλοι. τα παιδια θα τα παιρνουμε απο τη μητερα τους μολις γεννιωνται οπως παιρνει κανεις τα αυγα απο την κοτα. το σεξουαλικο ενστικτο θα ξερριζωθει. η αναπαραγωγη θα ειναι μια ετησια τυπικη διαδικασια οπως η ανανεωση του δελτιου τροφιμων. θα εξαλειψουμε τον οργασμο. οι νευρολογοι εργαζονται πανω ς΄ αυτο τωρα. δε θα υπαρχει πιστη παρα μονο για το κομμα, δε θα υπαρχει αγαπη παρα μονο για το μεγαλο αδερφο. δε θα υπαρχει γελιο παρα μονο το γελιο του θριαμβου για καποιο νικημενο εχθρο. δε θα υπαρχει τεχνη, λογοτεχνια, επιστημη. όταν θα ειμαστε παντοδυναμοι δε θα εχουμε πια αναγκη την επιστημη. δε θα υπαρχει διακριση αναμεσα στην ομορφια και την ασχημια. δε θα υπαρχει πια η περιεργεια ουτε η χαρα της ζωης. δε θα υπαρχει αμιλλα. παντα ομως, παντα θα υπαρχει η μεθη της δυναμης που ολοενα θα μεγαλωνει διαρκως και ολοενα θα οξυνεται περισσοτερο. παντα σε καθε στιγμη θα υπαρχει η αγαλλιαση της νικης, η συγκινηση να ποδοπατας ενα ασημαντο εχθρο. αν θελεις μια εικονα του μελλοντος, φαντασου μια μποτα να παταει το προσωπο ενος ανθρωπου-για παντα … το προσωπο που θα ποδοπατιεται θα βρισκεται εκει παντα. ο αιρετικος, ο εχθρος της κοινωνιας θα υπαρχει παντα για να νικηθει και να ταπεινωθει ξανα και ξανα. όλα αυτα που περασες απο τη στιγμη που επεσες στα χερια μας-ολα αυτα-θα συνεχιζονται-και μαλιστα χειροτερα. η κατασκοπεια, οι προδοσιες, οι συλληψεις, τα βασανιστηρια, οι εκτελεσεις, οι εξαφανισεις, δε θα σταματησουν ποτε. θα ειναι ενας κοσμος τρομου οπως και ενας κοσμος θριαμβου. όσο ισχυροτερο θα ειναι το κομμα, τοσο και λιγοτερο ανεκτικο. όσο μικροτερη αντισταση, τοσο μεγαλυτερος ο δεσποτισμος. ο γκολνσταιν και οι αιρεσεις του θα υπαρχουν παντα. καθε μερα, καθε στιγμη, θα συντριβεται, θα ατιμαζεται, θα γελοιοποιειται, θα γινεται καταπτυστος. κι ομως, θα υπαρχει για παντα. θα εχουμε παντα εδω, στο ελεος μας, τον αιρετικο, που θα ξεφωνιζει απο πονο, συντετριμμενος, αξιος καθε περιφρονησης, και στο τελος, μετανιωμενος, θα σερνεται με τη θεληση του στα ποδια μας ενω θα εχει σωθει απο τον ιδιο τον εαυτο του. αυτος ειναι ο κοσμος που ετοιμαζουμε, ουινστων. ένας κοσμος οπου η μια νικη θα διαδεχεται την αλλη, και ο ενας θριαμβος θα ερχεται κατοπιν του αλλου. μια αδιακοπη πιεση, μια συνεχης πιεση στο απωτατο σημειο της δυναμης. -”ειναι αδυνατο να θεμελιωσεις ενα πολιτισμο πανω στο φοβο, το μισος και τη σκληροτητα. δε θα μπορεσει να διαρκεσει πολυ”, ειπε ο ουινστων. -”γιατι; “-”δε θα εχει καμια ζωτικοτητα, θα αποσυντεθει. θα αυτοκτονησει”. -”λαθος. έχεις την εντυπωση πως το μισος φθειρει περισσοτερο απο την αγαπη; γιατι να ειναι ετσι; κι αν ακομη ηταν ετσι, σε τι διαφερει το πραγμα; ας υποθεσουμε πως αποφασιζουμε να καταστραφουμε γρηγοροτερα. ας υποθεσουμε πως συντομευουμε το οριο της ανθρωπινης ζωης ετσι ωστε οι ανθρωποι να γερνουν στα τριαντα. κι επειτα, τι μ΄ αυτο; δεν καταλαβαινεις πως ο θανατος του ατομου δεν ειναι θανατος; το κομμα ειναι αθανατο”. -”δεν ξερω- δεν μ΄ ενδιαφερει. θα αποτυχετε οπωσδηποτε. κατι θα σας νικησει. η ζωη θα σας νικησει”. -”ελεγχουμε τη ζωη, ουινστων. την ελεγχουμε ς΄ ολους τους τομεις της. φανταζεσαι πως υπαρχει η λεγομενη ανθρωπινη φυση, που, επειδη την παραβιαζουμε, θα στραφει εναντιον μας. αλλα την ανθρωπινη φυση τη δημιουργουμε εμεις. οι ανθρωποι ειναι πολυ ευπλαστοι. ή μηπως ξαναγυρισες στην παλια σου ιδεα οτι οι προλεταριοι η οι σκλαβοι θα ξεσηκωθουν και θα μας ανατρεψουν; αυτο να το βγαλεις απ΄ το νου σου. ειναι αδυναμοι σαν τα ζωα. η ανθρωποτητα ειναι το κομμα. οι αλλοι ειναι απ΄ εξω-ασχετοι”. -”δε με νοιαζει, στο τελος θα σας νικησουν. αργα η γρηγορα θα δουν τι ειστε και θα σας ξεσκισουν”. -”΄εχεις καμια ενδειξη πως γινεται αυτο; ή κανενα λογο για τον οποιο θα επρεπε να γινει;”. -”όχι. το πιστευω. το ξερω πως θα αποτυχετε. υπαρχει κατι στο συμπαν-δεν ξερω τι, ενα πνευμα, μια αρχη-που δε θα υπερνικησετε ποτε!”. -”πιστευεις στο θεο, ουινστων;”. -”όχι”. -”τοτε, ποια ειναι αυτη η αρχη που θα μας κανει να αποτυχουμε;”. -”δεν ξερω. το ανθρωπινο πνευμα!”. -”και θεωρεις τον εαυτο σου ανθρωπο;”. -”ναι!”. -”αν εισαι ανθρωπος, ουινστων, τοτε εισαι ο τελευταιος. το ειδος σου εχει εξαλειφθει. εμεις ειμαστε οι κληρονομοι. δεν καταλαβαινεις πως εισαι μονος; εισαι εξω απο την ιστορια, εισαι ανυπαρκτος!”
αλμπερ καμυ.

Albert Camus

Albert Camus

δεν υπαρχει, ουσιαστικα, τιποτα το κοινο αναμεσα σε ενα δουλο και σε ενα αφεντη, δε μπορει να υπαρχει συζητηση κι επικοινωνια με μια υποδουλωμενη υπαρξη. στη θεση του ελευθερου κι αμεσου διαλογου, με τον οποιο αναγνωριζουμε την ομοιοτητα μας και το κοινο πεπρωμενο μας, η σκλαβια βαζει την πιο τρομερη σιωπη. η αδικια ειναι κακη για τον επαναστατημενο, οχι γιατι ερχεται σε αντιθεση με μια αιωνια ιδεα δικαιοσυνης, που δεν ξερουμε που να την τοποθετησουμε, αλλα γιατι διαιωνιζει τη βουβη εχθροτητα που χωριζει τον καταπιεστη απο τον καταπιεζομενο. σκοτωνει τη λιγοστη υπαρξη που μπορει να ερθει στον κοσμο με τη συνενοχη των ανθρωπων μεταξυ τους. κατα τον ιδιο τροπο, το ψεμα καταδικαζεται επειδη ο ανθρωπος που το χρησιμοποιει ειναι κλειστος για τους αλλους ανθρωπους και, σε ενα βαθμο κατωτερο, καταδικαζεται ο φονος και η βια που επιβαλλουν την οριστικη σιωπη. η συνενοχη και η επικοινωνια που αποκαλυπτονται με την εξεγερση, μπορουν να διατηρηθουν μονο με τον ελευθερο διαλογο. καθε διφορουμενη εννοια, καθε παρεξηγηση προκαλει το θανατο. μονο η ξεκαθαρη γλωσσα, οι απλες λεξεις, μπορουν να μας σωσουν απο αυτο το θανατο. [θα πρεπει να σημειωθει οτι, η γλωσσα των ολοκληρωτικων θεωριων ειναι, παντα, γλωσσα των επισημων εγγραφων, και, σχολαστικη]. το κορυφωμα ολων των τραγωδιων βρισκεται στην κουφαμαρα των ηρωων. ο διαλογος στο υψος του ανθρωπου στοιχιζει λιγοτερο απο το ευαγγελιο των ολοκληρωτικων θρησκειων που υπαγορευεται απο ενα ατομο στην κορυφη ενος μοναχικου βουνου. στη σκηνη, οπως και στην πολη, ο μονολογος προηγειται απο το θανατο. καθε επαναστατημενος, με την ενεργεια που τον ξεσηκωνει εναντια στον καταπιεστη, υπερασπιζεται τη ζωη, στρατευεται για να παλεψει εναντια στη σκλαβια, το ψεμα και την τρομοκρατια, και βεβαιωνει, για οσο κραταει μια αστραπη, πως τουτες οι τρεις μαστιγες κανουν τη σιωπη να βασιλευει αναμεσα στους ανθρωπους, ριχνουν σκοταδι αναμεσα τους, και τους εμποδιζουν να συναντηθουν στη μοναδικη αξια που μπορει να τους σωσει απο το μηδενισμο, τη μακροχρονη συνωμοτικοτητα των ανθρωπων που παλευουν με το πεπρωμενο τους.
όσο κραταει μια αστραπη. αλλα αυτο φτανει, προσωρινα, για να πουμε πως, η ακροτατη ελευθερια, η ελευθερια του φονου, δε συμβιβαζεται με τις αιτιες της εξεγερσης. η εξεγερση δεν ειναι, με κανενα τροπο, μια διεκδικηση ολοκληρωτικης ελευθεριας. αντιθετα, η εξεγερση κανει τη δικη της ολοκληρωτικης ελευθεριας. αμφισβητει ακριβως αυτη την απεριοριστη εξουσια που δινει δικαιωμα σε ενα ανωτερο να παραβιαζει το απαγορευμενο συνορο. ο επαναστατημενος, αντι να διεκδικει μια γενικη ανεξαρτησια, θελει να αναγνωριστει πως η ελευθερια εχει τα ορια της παντου οπου βρισκεται μια ανθρωπινη υπαρξη και το οριο ειναι ακριβως η δυνατοτητα εξεγερσης αυτης της υπαρξης. εδω βρισκεται η βαθυτερη αιτια της επαναστατημενης αδιαλλαξιας. όσο περισσοτερο συνειδητοποιει η εξεγερση πως διεκδικει ενα δικαιο οριο, τοσο περισσοτερο αλυγιστη ειναι. ο επαναστατημενος απαιτει, αναμφιβολα, μια καποια ελευθερια για τον εαυτο του, αλλα δε ζητα ποτε το δικαιωμα να καταστρεψει την υπαρξη και την ελευθερια του αλλου. δεν ταπεινωνει κανενα. την ελευθερια που θελει, τη ζηταει για ολους, εκεινη που αρνιεται, την απαγορευει σε ολους. δεν ειναι μονο δουλος εναντια ς’ αφεντη, αλλα και ανθρωπος εναντια σε ενα κοσμο αφεντη και δουλου. χαρη στην εξεγερση υπαρχει κατι περισσοτερο στην ιστορια εκτος απο τη σχεση κυριαρχιας και δουλειας. η απεριοριστη δυναμη δεν ειναι ο μονος νομος στην ιστορια. ο επαναστατημενος υποστηριζει στο ονομα μιας αλλης αξιας οτι, ειναι αδυνατη η ολοκληρωτικη ελευθερια, ενω ταυτοχρονα ζηταει για τον εαυτο του τη σχετικη ελευθερια, που ειναι αναγκαια για την αναγνωριση αυτης της αδυναμιας. καθε ανθρωπινη ελευθερια εχει τη βαθυτερη ριζα της και ετσι ειναι σχετικη. η απολυτη ελευθερια-η ελευθερια να σκοτωνει κανεις-ειναι το μονο που δε ζηταει, οπως δε ζηταει αυτο που την περιοριζει και την εξαλειφει. τοτε ξεκοβει απο τις ριζες της, περιπλανιεται τυχοδιωκτικα σα μια αφηρημενη και κακοποιος σκια, εως οτου βρει καποιο τροπο να αποχτησει σωμα στην ιδεολογια.
ειναι λοιπον δυνατο να πουμε πως, οταν η εξεγερση καταληγει στην καταστροφη, ειναι παραλογη. επειδη ζηταει την ενοτητα της ανθρωπινης φυσης, ειναι δυναμη ζωης κι οχι θανατου. η βαθυτερη λογικη της στηριζεται στη δημιουργια κι οχι στην καταστροφη. για να μεινει αυθεντικο το κινημα της, δεν πρεπει να εγκαταλειπει πισω του κανεναν απο τους ορους της αντιφασης που το στηριζουν. πρεπει να ειναι συγκαιρα πιστο στο ναι, που περιεχει, και στο οχι, που απομονωνουν οι μηδενιστικες ερμηνειες στην εξεγερση. η λογικη του επαναστατημενου ειναι να θελει να υπηρετησει τη δικαιοσυνη για να μη μεγαλωσει την αδικια της καταστασης του ανθρωπου, να ακολουθησει την καθαρια γλωσσα, για να μην πυκνωνει το αιωνιο ψεμα και να στοιχηματιζει εναντια στον πονο των ανθρωπων υπερ της ευτυχιας. το μηδενιστικο παθος που μεγαλωνει την αδικια και το ψεμα, καταστρεφει, με τη μανια του, το παλιο του αιτημα, και αφαιρει, ετσι, τις καθαροτερες αιτιες της εξεγερσης του. σκοτωνει, γιατι τρελαινεται οταν νιωθει πως αυτος ο κοσμος ειναι δοσμενος στο θανατο. η συνεπεια της εξεγερσης, αντιθετα, ειναι να αρνιεται τη νομιμοποιηση του εγκληματος, αφου αρχη της ειναι να αρνιεται τη νομιμοποιηση του εγκληματος, αφου αρχη της ειναι η διαμαρτυρια εναντια στο θανατο.
αλλα αν ο ανθρωπος ηταν ικανος να φερει, απο μονος του, την ενοτητα στον κοσμο, αν μπορουσε να κανει να βασιλεψει μονο με ενα διαταγμα η ειλικρινεια, η αθωοτητα και η δικαιοσυνη, θα ηταν ο ιδιος ο θεος. κι ακομα, αν μπορουσε να κανει ολα αυτα, η εξεγερση δε θα ειχε καμια αιτια πια. υπαρχει εξεγερση γιατι το ψεμα, η αδικια και η βια δημιουργουν την κατασταση του επαναστατημενου. δε μπορει λοιπον να ισχυριστει απολυτα πως, ουτε θα σκοτωσει ουτε θα πει ψεματα, χωρις να απαρνηθει την εξεγερση του και να δεχτει, μια για παντα, το φονο και το κακο. αλλα δε μπορει, επισης, να δεχτει να σκοτωνει και να λεει ψεματα, αφου το αντιστροφο κινημα που θα νομιμοποιουσε το φονο και τη βια, θα καταστρεφε ετσι τις αιτιες της εξεγερσης του. ο επαναστατημενος δε μπορει να βρει ησυχια. ξερει το καλο και κανει, παρα τη θεληση του, το κακο. η αξια που τον στηριζει, δεν του δινεται μια για παντα, πρεπει να τη συγκρατει συνεχως. το ειναι που καταχτα, χανεται αν μια νεα εξεγερση δεν το υποστηριξει. παντως, αν δε μπορει παντα να αποφευγει το φονο, αμεσα η εμμεσα, μπορει να δωσει ολη τη φλογα και το παθος του για να μειωσει τη δυνατοτητα του εγκληματος γυρω του. και βυθισμενος μεσα στα σκοταδια, η μεγαλυτερη αρετη του θα ειναι να μην υποκυψει στο σκοτεινο τους ιλιγγο. αλυσοδεμενος με το κακο να τεινει επιμονα προς το καλο. αν, τελος, σκοτωνει, κι ο ιδιος θα δεχτει το θανατο. πιστος στις αρχες του, ο επαναστατημενος αποδειχνει με τη θυσια πως, η πραγματικη του ελευθερια δεν υπαρχει σε σχεση με το φονο, αλλα σε σχεση με τον ιδιο το θανατο του. ανακαλυπτει ταυτοχρονα τη μεταφυσικη τιμη” [ο επαναστατημενος άνθρωπος].

 Το ποίημα του Gunter Grass, εδώ

Μενέλαος Λουντέμης.

Κάποτε, δοκίμασαν μερικοί να φωνάξουν αλλά χάθηκαν μαζί με τη φωνή τους. Στον κόσμο αυτό αν ήρθες για να μετρήσεις μόνο τα χρόνια σου και να φύγεις, δεν έχεις να φοβηθείς από τίποτα! Ποτέ τον φρόνιμο άνθρωπο δεν τον πειράζουν … Μα, αν είναι να χαθεί κάποτε ο κόσμος, θα χαθεί από τους φρόνιμους του. Γιατί οι φρόνιμοι με τη φρονιμάδα τους, βοήθησαν τους σκληρούς να γίνουν σκληρότεροι. Οι λιπόψυχοι–πολλές φορές–βλάψαν πιο πολύ κι από τους καταδότες, και θαρρώ πως αυτοί είναι και οι μεγαλύτεροι καταδότες! Ο καταδότης μπορεί να βλάψει μόνο έναν. Μα όταν η ψυχή του δειλού διαλυθεί, η αναθυμίαση της θα δηλητηριάσει όλο τον κόσμο [Οδός Αβύσσου, αριθμός 0, σελίδες 93-94]

Διδώ Σωτηρίου.

Διδώ Σωτηρίου

Διδώ Σωτηρίου

Ο γείτονας μας ο Κωστάκης-εφέντης, που ήταν διορισμένος στα τούρκικα δικαστήρια, υποστήριζε πως μ’  ένα φέσι κι ένα καλό μπαξίσι τον ξεγελάς σίγουρα τον Τούρκο και του παίρνεις το έχει του. Κι αν του προσφέρεις και κανένα ουζάκι με λίγη φιλία για μεζέ, του παίρνεις και τη καρδιά του [οι νεκροί περιμένουν, σελ. 46].