Θεοδόσιος ο “Μέγας”. Ο ψυχοπαθής, αιμοσταγής νεκροθάφτης του αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού!

Θεοδόσιος ο Α΄

Η παρούσα ανάρτηση είναι ειλημμένη από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, του Κων/ νου Παπαρηγόπουλου, διαπρύσιου κήρυκα του Χριστιανισμού [τόμος 9, σελίδες 63-72]. Αποδείχνει τι είδους εγκληματίας και πόσο ψυχοπαθής! ήταν αυτός ο επονομασθείς και Μέγας!!! Βυζαντινός δικτάτορας. Ό,τι βοηθά μια θρησκεία ή, γενικότερα, μια ιδεολογία [μορφή της οποίας είναι και η θρησκεία] να επικρατήσει, ευλογείται, καθαγιάζεται και επαινείται. Θυμηθείτε τον Κωνσταντίνο τον Μέγα ή, αλλιώς, Άγιο Κωνσταντίνο, ότι δε δίστασε να σφάξει το γιο του γιατί φοβόταν μη του πάρει το θρόνο!! Σε τέτοιους εγκληματίες, σε τέτοιους δολοφόνους, σε τέτοιους ψυχοπαθείς στηρίζονταν, στηρίζονται και θα στηρίζονται οι διάφορες ιδεολογίες για να επικρατήσουν. Κι αφού επικρατήσουν, η ανταμοιβή τους είναι η αγιοποίηση! Δείτε και την απίστευτη “τιμωρία” που του επέβαλλε ο Επίσκοπος Μεδιολάνων Αμβρόσιος για την απίστευτη σφαγή της Θεσσαλονίκης κατά του άμαχου πληθυσμού! Και μετά κατηγορούν τον Χίτλερ, τον Στάλιν, τον Αλέξανδρο!
Ο Θεοδόσιος κατάργησε το 394 με νόμο τους Ολυμπιακούς αγώνες, κατά την 293 η Ολυμπιάδα, όπου νίκησε ο Κόροιβος. Χάθηκε έτσι η πιο ξακουστή από τις αρχαίες ελληνικές γιορτές. Επίσης, με την απειλή βαρύτατων χρηματικών προστίμων και αργότερα με την απειλή της θανατικής ποινής απαγορεύτηκαν, η μια μετά την άλλη, οι θυσίες τη μέρα και τη νύχτα, οι ιεροσκοπίες, η λατρεία των ειδώλων, η είσοδος στους ναούς και, γενικά, κάθε δημόσια και μυστική τελετή της αρχαίας θρησκείας. Κι όπως συνέβαινε συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, η εφαρμογή αυτών των νόμων ξεπερνούσε πολλές φορές την αυστηρότητα των ίδιων των νόμων. Οι εξαγριωμένοι όχλοι στις επαρχίες δεν αρκούνταν στην κατάργηση της λατρείας και ήθελαν να καταστρέψουν και τα ίδια τα οικοδομήματα όπου τελούνταν. Οι πολιτικές αρχές αναγκάζονταν να υποχωρούν ή να αδιαφορούν στην κατεδάφιση εκείνων των μνημείων. Μερικοί από τους επισκόπους και οι περισσότεροι από τους μοναχούς συντελούσαν με μεγάλη προθυμία σε αυτό τον όλεθρο. Μάταια διαμαρτύρονταν οι ειδωλολάτρες. Μάταια ο περίφημος σοφιστής Λιβάνιος, ελπίζοντας να συγκινήσει την ψυχή του Θεοδοσίου, περιέγραψε με πιο υπερβολικό ίσως τρόπο από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα, τα παθήματα της αρχαίας θρησκείας λέγοντας ανάμεσα στ΄ άλλα: “αυτοί οι μαυροφορεμένοι … τρέχουν εναντίον των ιερών με ξύλα, πέτρες και σίδερα, και άλλοι χωρίς αυτά, με τα χέρια και τα πόδια, και όταν συναντούν τα πρώτα κατεστραμμένα, τρέχουν εναντίον των δεύτερων και των τρίτων. Τα λάφυρα τα αραδιάζουν δίπλα στα άλλα λάφυρα, παραβαίνοντας το νόμο. Και δε γίνεται αυτό μόνο στις πόλεις, αλλά, κυρίως, στις αγροτικές περιοχές … περνούν λοιπόν μέσα από τους αγρούς σαν χείμαρροι παρασύροντας μαζί με τα ιερά και τις καλλιέργειες”.
Η φωνή του δεν εισακούστηκε και το έργο της καταστροφής συνεχίστηκε. Τότε γκρεμίστηκε από τα θεμέλια του ο περίφημος ναός του Σάραπι στην Αλεξάνδρεια, οίκος παλαιότερα των επιστημών, όπου σώζονταν ακόμα εκείνη την εποχή μερικά ίχνη της αρχαίας σοφίας. Τότε κατεδαφίστηκε στην Απάμεια ο πανέμορφος ναός του Δία. Τότε καταστράφηκαν πάρα πολλά άλλα αριστουργήματα της τέχνης, ιδίως στη Συρία και στην Αίγυπτο. Ευτυχώς στην κυρίως Ελλάδα φαίνεται ότι δεν έγιναν τέτοια πράγματα, ίσως γιατί οι ειδωλολάτρες εδώ ήατν ακόμη πολλοί και ισχυροί, με συνέπεια οι οπαδοί του νέου δόγματος να μην τολμούν να επιτεθούν εναντίον τους τόσο απροκάλυπτα.
Με αυτό τον τρόπο στην εποχή του Θεοδοσίου θριάμβευσε ο χριστιανισμός κατά της ειδωλολατρείας, και επίσης η ορθοδοξία κατά του αρειανισμού και των άλλων αιρέσεων. Αν μάλιστα προσθέσουμε στο φοβερό κλονισμό των συνειδήσεων, των παθών και των συμφερόντων και την εγκατάσταση στα εδάφη του κράτους αρκετών βαρβάρων και την ποικιλότροπη ανάμειξη τους στα δημόσια αξιώματα, θα καταλάβουμε ότι τέτοια ολοκληρωτική αλλοίωση των πραγμάτων ήταν αδύνατον να περάσει ειρηνικά. Πράγματι, στα χρόνια του Θεοδοσίου έγιναν δυο μεγάλες εξεγέρσεις, στην Αντιόχεια και στη Θεσσαλονίκη, και οι δυο αξιομνημόνευτες, αν και για διαφορετικούς λόγους.
Στην Αντιόχεια, την πρωτεύουσα της Συρίας, πόλη σπουδαία και λαμπρή, επικρατούσε μεγάλη αναταραχή εξαιτίας του διωγμού κατά των Αρειανών και το μόνο που χρειαζόταν ήταν να δοθεί κάποια ασήμαντη αφορμή για να προκληθεί ολέθρια αναστάτωση. Την αφορμή αυτή έδωσαν κάποιοι νέοι φόροι που επιβλήθηκαν από το βασιλιά. Στις 26 Φεβρουαρίου του 387 ξεσηκώθηκε ο όχλος της Αντιόχειας εναντίον των εισπρακτόρων, και αφού ακατέστρεψε τους ανδριάντες του βασιλιά και της βασίλισσας, έβρισαν με αισχρό τρόπο τον ανώτατο άρχοντα. Η πόλη αναγκάστηκε ύστερα από λίγο να υποταχθεί, αλλά χρειάστηκε να περιμένει 24 ολόκληρες ημέρες αγωνιώντας για την τιμωρία που θα της επέβαλλε ο Θεοδόσιος, ο οποίος τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Ο βασιλιάς ήταν υπερβολικά οξύθυμος και στην αρχική παραφορά της οργής του φάνηκε αδυσώπητος και διέταξε να θανατωθούν πολλοί από τους βουλευτές, να δημευτούν οι περιουσίες πολλών πλουσίων, να σταματήσουν οι διανομές σιταριού στο λαό και η πρωτεύουσα της Ανατολής να στερηθεί όλα της τα προνόμια και να γίνει απλό χωριό. Οι αρχές όμως δίστασαν να εκτελέσουν τις τρομερές αυτές αποφάσεις, δίνοντας έτσι χρόνο στο βασιλιά να αλλάξει γνώμη. Γιατί ο βασιλιάς εύκολα παραφερόταν, αλλά ακόμα πιο εύκολα γινόταν επιεικής, μόλις συνερχόταν. Έτσι, ύστερα από λίγο, υποχωρώντας στις παρακλήσεις του επισκόπου Αντιοχείας Φλαβιανού, του ένδοξου βουλευτή Ιλαρίου και του εύγλωτου σοφιστή Λιβανίου, καθώς και στις παρακλήσεις των ίδιων των στρατηγών στους οποίους είχε ανατεθεί η εκτέλεση της αρχικής απόφασης, έδωσε ολοκληρωτικά χάρη στην Αντιόχεια. Η τύχη όμως της Θεσσαλονίκης ήταν πολύ πιο άσχημη.
Εξέγερση των δήμων Θεσσαλονίκης.
Στην ευρωπαϊκή Ελλάδα ούτε ο διωγμός των αρειανών ούτε των ειδωλολατρών έγινε αισθητός, γιατί, ενώ στην Ασία οι αρειανοί ήταν πολυάριθμοι, εδώ ήταν ανέκαθεν λίγοι, και η βασιλεία συμπεριφερόταν προς τους ειδωλολάτρες με κάποια προσοχή. Υπήρχε όμως εδώ άλλη αφορμή δυσαρέσκειας, η

Κων/ νος Παπαρηγόπουλος

εγκατάσταση των Γότθων μέσα στο κράτος, τους οποίους οι κάτοικοι μισούσαν και επειδή ήταν ξένοι αλλά και γιατί δε σταματούσαν τις ληστρικές επιδρομές τους. Και παρ΄ όλο που λήστευαν, σε πολλές περιπτώσεις τους είχαν ανατεθεί οι φρουρές των πόλεων. Μια τέτοια λοιπόν φρουρά, που στάθμευε στη Θεσσαλονίκη το 390, έδωσε αφορμή για εξέγερση της μεγάλης αυτής πόλης, η οποία ήταν πρωτεύουσα του Ιλλυρικού και, μετά την Κωνσταντινούπολη, η πιο επιφανής από τις πόλεις στην ευρωπαϊκή Ελλάδα. Ο Βοθέριχος, ο αρχηγός αυτής της φρουράς, φυλάκισε ένα αναβάτη του ιπποδρόμου που κατηγορούνταν για κάπιο αισχρό έγκλημα. Επειδή έπειτα από λίγο θα γινόταν στη Θεσσαλονίκη μια από εκείνες τις ιπποδρομίες που αποτελούσαν τη σημαντικότερη διασκέδαση όλων των μεγάλων πόλεων του κράτους, ο λαός της Θεσσαλονίκης απαίτησε την αποφυλάκιση του αναβάτη που ήταν αναγκαίος για τον αγώνα. Ο Βοδέριχος όμως αρνήθηκε. Έτσι, ξέσπασε αιματηρή εξέγερση, κατά την οποία σκοτώθηκαν και ο στρατηγός εκείνος και πολλοί από τους αξιωματικούς του, και τα σώματα τους σύρθηκαν στους δρόμους.
Ο Θεοδόσιος, που είχε ήδη εκδικηθεί το θάνατο του Γρατιανού με την κατατρόπωση του Μαξίμου, βρισκόταν στα Μεδιόλανα, κοντά στον Βαλεντινιανό Β΄, όταν έμαθε τι συνέβαινε στη Θεσσαλονίκη. Οργίστηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει σκληρά την πόλη, χωρίς ανάκριση και δίκη. Και οι γύρω του επίσκοποι, κυρίως ο Μέγας Αμβρόσιος των Μεδιολάνων, τον είχαν σχεδόν πείσει να αλλάξει γνώμη και να γίνει πιο επιεικής, αλλά ο μάγιστρος, δηλαδή ο υπουργός Ρουφίνος, που ήταν Γαλάτης και πονηρός άνδρας και αργότερα έγινε αιτία και για άλλες συμφορές, φούντωσε ξανά την οργή του βασιλιά, που αφού εξέδωσε και έστειλε το φονικό του διάταγμα, μετανόησε, όταν όμως δε μπορούσε πια να προληφθεί το κακό. Όταν η ολέθρια απόφαση έφτασε στη Θεσσαλονίκη, η βάρβαρη φρουρά σκίρτησε από χαρά και μεθόδευσε την εκτέλεση του με καταχθόνιο τρόπο.
Την αμέσως επόμενη ημέρα ο λαός προσκλήθηκε στον ιππόδρομο, δήθεν για να παρακολουθήσει ιπποδρομιακό αγώνα, και εκεί ξαφνικά οι στρατιώτες έπεσαν με γυμνά ξίφη πάνω στο πλήθος και μέσα σε τρεις ώρες έσφαξαν, χωρίς να ξεχωρίζουν, αθώους και ένοχους, πολίτες και ξένους, 7.000 σύμφωνα με μερικούς και σύμφωνα με άλλους 15.000 ανθρώπους. Η ανελέητη αυτή πράξη του Θεοδοσίου θυμίζει πολύ τη σφαγή του λαού της Μυτιλίνης, που είχε εξεγερθεί, και την είχε διατάξει η Εκκλησία του Δήμου των Αθηναίων. Η άθλια τύχη τους μας δίδαξε από τότε ότι η ανεξέλεγκτη εξουσία, είτε ασκείται από πολλούς είτε από έναν, είναι καταστροφική. Μπορεί να μην υπήρχε πια το βήμα εκείνο της Εκκλησίας του Δήμου, από το οποίο την επομένη ρήτορες φιλάνθρωποι και συνετοί αγωνίστηκαν να μετριάσουν-και μετρίασαν-λίγο τους εξαιρετικά σκληρούς όρους της προηγούμενης απόφασης. Αλλά αν οι ρήτορες του δήμου είχαν χαθεί προ πολλού, υπήρχαν πλέον οι επίσκοποι του λαού, ο δε Μέγας Αμβρόσιος των Μεδιολάνων απέδειξε με λαμπρό τρόπο ότι οι αδικούμενοι και όσοι υπέφεραν είχαν ακόμη ισχυρούς προστάτες και εκδικητές, τους ιεράρχες. Μόλις έφτασε στα Μεδιόλανα η φοβερή είδηση, ο Αμβρόσιος απέφυγε να δει κατά πρόσωπο το βασιλιά, αλλά του έγραψε επιστολή, όπου, παρουσιάζοντας πόσο σκληρό και τρομερό ήταν το έγκλημα που διαπράχθηκε στη Θεσσαλονίκη, έλεγε ανάμεσα στα άλλα: “το αμάρτημα δεν εξαλείφεται παρά μόνο με δάκρυα και μετάνοιες. Ούτε οι άγγελοι ούτε οι αρχάγγελοι μπορούν να το συγχωρήσουν διαφορετικά. Ο ίδιος ο Κύριος δε δίνει την άφεση παρά μόνο σε αυτούς που μετανοούν. Σε συμβουλεύω, σε παρακαλώ, σε προτρέπω, σε παρακινώ. Δεν τολμώ να εκτελέσω την αγία προσφορά αν θελήσεις να παραβρεθείς σε αυτή. Ό,τι δε μπορούσε να συγχωρεθεί επειδή χάθηκε το αίμα ενός αθώου, είναι δυνατό τώρα να συγχωρηθεί σε σένα όταν έχει χυθεί το αίμα τόσων πολλών;”. Ο βασιλιάς συγκινήθηκε βαθιά από τις παρατηρήσεις του αρχιεπισκόπου και ήταν κατατρομαγμένος για την ανεπανόρθωτη συμφορά που προκάλεσε η παράλογη οργή του. Αφού ταλαιπωρήθηκε έτσι για ένα διάστημα από τη συνείδηση του, αποφάσισε έπειτα, όπως συνθιζόταν, να πάει στη μητρόπολη των Μεδιολάνων για να παρακολουθήσει τη Θεία Λειτουργία. Αλλά τότε ο ατρόμητος αρχιεπίσκοπος τον συνάντησε έξω από τα πρόθυρα της εκκλησίας και τον εμπόδισε να προχωρήσει στα ιερά προπύλαια, λέγοντας του ότι μόνο μια μακρά μετάνοια θα μπορούσε να εξαλείψει τέτοιο αμάρτημα και να μαλακώσει την οργή του δεσπότη και δημιουργού των πάντων Θεού. Και επειδή ο Θεοδόσιος του είπε ευλαβικά ότι, αν αυτός έγινε ένοχος ανθρωποκτονίας, ο Δαβίδ, ο πιο αγαπητός του Θεού, εκτός από φόνο είχε υποκύψει και σε μοιχεία, ο γενναίος αρχιεπίσκοπος είπε: “αφού λοιπόν μιμήθηκες την αμαρτία του Δαβίδ, να μιμηθείς επίσης και τη μετάνοια του”. Ο Θεοδόσιος υπάκουσε σε αυτά τα λόγια, υπέκυψε στον αφορισμό της Εκκλησίας και γυρνώντας στα ανάκτορα υπέβαλλε τον εαυτό του στις δοκιμασίες που διέταξε η Εκκλησία“.

About gf1957, Γιώργος Φραγκούλης

Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο.

Posted on 27/12/2009, in ΙΣΤΟΡΙΑ. Bookmark the permalink. Γράψτε ένα σχόλιο.

Δεν επιτρέπονται σχόλια.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.