ΛΕΞΙΚΟ
Τι σημαίνει ο οικονομικός όρος spread; εδώ.
1. Τη διαφορά ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση ενός χρεογράφου ή ενός κεφαλαίου.
2. Μια θέση επιλογών που δημιουργείται με την αγορά ενός δικαιώματος και την πώληση ενός άλλου δικαιώματος ίδιου επιπέδου αλλά διαφορετικής σειράς.
Η investopedia εξηγεί τι είναι το spread.
1. Το spread για ένα κεφάλαιο επηρεάζεται από ένα αριθμό παραγόντων:
α. την τροφοδοσία ή την ροή [το συνολικό αριθμό οφειλόμενων μετοχών που είναι διαθέσιμες στο εμπόριο]
β. ζήτηση ή ενδιαφέρον για μια μετοχή ή ένα χρεόγραφο.
γ. τη συνολική εμπορευματική δραστηριότητα μιας μετοχής ή χρεογράφου.
2. Για την επιλογή μιας μετοχής, το spread θα ήταν η διαφορά στην τιμή χτυπήματος και στην άξία της στην αγορά.
Τι είναι τα subprime mortgages;εδώ.
Ένα είδος υποθήκης που δημιουργήθηκε, υπό κανονικές συνθήκες, για δανειζόμενους με χαμηλές πιστωτικές αξιολογήσεις. Σαν αποτέλεσμα της κατώτερης πιστωτικής αξιολόγησης, μια συμβατική (συνηθισμένη) υποθήκη δεν παρέχεται επειδή ο δανειστής βλέπει το δανειολήπτη σαν έχοντα ένα μεγαλύτερο από το συνηθισμένο ρίσκο αθέτησης του δανείου. Πιστωτικά ιδρύματα συχνά χρεώνουν επιτόκια στα subprime mortgages σε αναλογία μεγαλύτερη από τη συμβατική υποθήκη για να αποζημιώσουν τους εαυτούς τους για την ανάληψη μεγαλύτερου ρίσκου (διακινδύνευσης). Οι δανειζόμενοι, με πιστωτική αξιολόγηση κάτω του 600, συχνά θα είναι κολλημένοι με τα subrime mortgages και τα υψηλότερα ποσοστά επιτοκίων που πάνε μαζί με αυτές τις υποθήκες. Καθυστέρηση της πληρωμής του λογαριασμού ή διακήρυξη της προσωπικής πτώχευσης, θα μπορούσε πολύ καλά να προσγειώσει τους δανειστές σε μια κατάσταση που μπορούν μόνο να δώσουν τα προσόντα για ένα subprime mortgage. Επομένως, είναι συχνά χρήσιμο για ανθρώπους με χαμηλή πιστωτική βαθμολογία να περιμένουν για μια περίοδο και να οικοδομήσουν τη βαθμολογία τους πριν υποβάλλουν αίτηση για υποθήκη για να εγγυηθούν ότι είναι κατάλληλοι για μια συμβατική (συνηθισμένη) υποθήκη].
Τι σημαίνει ο οικονομικός όρος cds [credit deafault swap], cds;
Μια ανταλλαγή σχεδιασμένη να μεταφέρει την πιστωτική έκθεση τυποποιημένων προϊόντων εισοδήματος ανάμεσα στα [συμβαλλόμενα] μέρη. Ο αγοραστής ενός CDS παίρνει πιστωτική προστασία, αν και ο πωλητής του cds εγγυάται την πιστωτική αξία του προϊόντος. Κάνοντας αυτό, ο κίνδυνος της αφερεγγυότητας μεταφέρεται από τον κάτοχο του χρεογράφου τυποποιημένου εισοδήματος στον πωλητή του CDS.
Τι σημαίνουν τοξικά ενεργητικά [κεφάλαια -toxic assets];
Ένα κεφάλαιο που γίνεται μη ρευστοποιήσιμο όταν η δευτερεύουσα αγορά χάνεται. Τα τοξικά κεφάλαια δεν μπορούν να πωληθούν καθώς, συχνά, εγγυούνται απώλεια χρημάτων. Ο όρος “τοξικά κεφάλαια” επινοήθηκε στην οικονομική κρίση του 2008/ 2009 εν αναφορά με τις υποστηριζόμενες από ασφάλειες υποθήκες, με υποχρεώσεις έμμεσων χρεών, και CDS, τα οποία όλα αυτά δεν μπορούσαν να πωληθούν μετά που εξέθεσαν τους κατόχους τους σε μαζικές απώλειες.
Ένα τοξικό κεφάλαιο μπορεί να περιγραφεί καλύτερα μέσω ενός παραδείγματος. Αν ο John Doe αγοράσει ένα σπίτι και πάρει ενυπόθηκο δάνειο 400.000 δολαρίων με ένα ποσοστό επιτοκίου 5 % από την Τράπεζα Α, η Τράπεζα κατέχει τώρα ένα κεφάλαιο, μια υποθήκη βασισμένη σε ασφάλεια. Η Τράπεζα Α νομιμοποιείται τώρα να πωλήσει το κεφάλαιο σε μια άλλη Τράπεζα Β. Η Τράπεζα Β, κύρια τώρα ενός κεφαλαίου που παράγει εισόδημα, νομιμοποιείται τώρα στο ποσοστό επιτοκίου 5 % που πληρώνεται από τον John Doe. Όσο καιρό η τιμή του σπιτιού ανεβαίνει και ο John συνεχίζει να πληρώνει την υποθήκη του, το κεφάλαιο [εννοεί το ενυπόθηκο χρέος, εξήγηση δική μου] είναι καλό. Αν όμως ο John γίνει υπερήμερος στην υποθήκη του, ο κύριος της υποθήκης [είτε η Τράπεζα Α είτε η Τράπεζα Β] δε θα παίρνει τις πληρωμές για τις οποίες νομιμοποιείται. Κανονικά, τότε, το σπίτι θα πουλιόταν, αλλά αν η αξία του σπιτιού μειωνόταν, μόνο ένα μέρος των χρημάτων μπορεί να ξανακερδιθεί. Σαν αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, οι ασφάλειες που βασίζονται σ΄ αυτήν την υποθήκη γίνονται μή πωλήσιμες, καθώς κανένα άλλο μέρος θα πλήρωνε για ένα κεφάλαιο το οποίο είναι εγγυημένο με απώλεια χρημάτων.Σ΄ αυτό το παράδειγμα, η η ασφαλισμένη υποθήκη γίνεται ένα τοξικό κεφάλαιο [toxic asset].
Τι σημαίνει κεφάλαιο ασφαλισμένο με υποθήκη [ mortgage-backed security, MBS];
Ένα είδος ασφαλισμένου κεφαλαίου που ασφαλίζεται με μια υποθήκη ή με πολλές υποθήκες. Αυτές οι πολλές ασφάλειες πρέπει επίσης να ομαδοποιηθούν σε μια από δυο κορυφαίες αξιολογήσεις ως καθορισμένες από διαπιστευμένους οργανισμούς-εκτιμητές [Raters], και συνήθως πληρώνουν περιοδικές πληρωμές που είναι παρόμοιες με κουπόνια πληρωμών. Περαιτέρω, η υποθήκη πρέπει να έχει δημιουργηθεί από ρυθμισμένα με κανονισμούς και εξουσιοδοτημένα ιδρύματα.
Όταν επενδύεις σε μια σφαλισμένη υποθήκη, ουσιαστικά δανείζεις χρήματα σε ένα αγοραστή κατοικίας ή σε μια εμπορική δουλειά. Μια ασφαλισμένη υποθήκη [MBS] είναι ένας τρόπος για μια μικρότερη τοπική τράπεζα να δανείζει υποθήκες στους πελάτες της χωρίς να πρέπει να ανησυχεί για το εάν οι πελάτες της έχουν το κεφάλαιο να καλύψουν το δάνειο. Αντιθέτως, η τράπεζα ενεργεί σαν μεσίτης ανάμεσα στον αγοραστή κατοικίας και στις επενδυτικές αγορές. Αυτό το είδος ασφάλειας επίσης χρησμοποιείται συχνά για να επανακατευθύνει τα επιτόκια και τις κυριότερες πληρωμές από την κοινοπραξία ασφαλειών στους μετόχους. Αυτές οι πληρωμές μπορούν να διασπαστούν περαιτέρω σε διαφορετικά είδη ασφαλειών, εξαρτώμενες από τον κίνδυνο των διαφορετικών υποθηκών όπως αυτές ταξινομούνται από τις ασφαλισμένες υποθήκες [MBS].
Κεντρικές Τράπεζες.
Οι Κεντρικές Τράπεζες έχουν όλες την ίδια αποστολή: τη διασφάλιση της σταθερότητας του νομίσματος. Παρεμβαίνουν στις αγορές για να επηρεάσουν τις τιμές του συναλλάγματος, είτε άμεσα [αγορά και πώληση ξένων νομισμάτων] είτε έμμεσα, διαμορφώνοντας το επίπεδο των επιτοκίων, δηλαδή της αμοιβής των βραχυπρόθεσμων τοποθετήσεων που πραγματοποιούνται στο εθνικό νόμισμα. Οι παρεμβάσεις στη νομισματική αγορά, μέσω των επιτοκίων, επηρεάζουν άμεσα την ταμειακή κατάσταση των τραπεζών.
CDO [Collaterizes debt obligations]
Ο αγοραστής CDO πληρώνει ασφάλιστρα στον πωλητή ο οποίος ενώ εγγυάται τη συναλλαγή δεν έχει υποχρέωση να την καλύψει με αποθεματικά κεφάλαια.
Credit default swaps [CDS]
Συμβόλαια ασφάλισης ενός χρέους τα οποία εγγυώνται στον πιστωτή ότι θα αποζημιωθεί, ακόμη κι αν ο οφειλέτης αδυνατεί να το αποπληρώσει. Καθώς συνάπτονται κυρίως μεταξύ χρηματοπιστωτικών οργανισμών, προσφέρουν στους επενδυτές τη δυνατότητα να περιορίσουν τους κινδύνους που προέρχονται από ομόλογα–κρατικά ή ιδιωτικά. Αν και θεωρητικά προορισμός τους είναι να προστατεύουν από μια αθέτηση πληρωμής, έγιναν εργαλεία κερδοσκοπίας– η ενδεχόμενη αδυναμία πληρωμής από μια επιχείρηση ή ένα κράτος στα μάτια των χρηματαγορών δημιουργεί υπεραξία. Από το γεγονός αυτό προκύπτουν ακραίες καταστάσεις, καθώς το ποσό που καλύπτεται από τα CDS ξεπερνά συχνά, όπως στην περίπτωση των ελληνικών ομολόγων, το ποσό του χρέους. Αυτό προκαλεί κινήσεις πανικού στις χρηματαγορές υποχρεώνοντας έτσι το κράτος ή την επιχείρηση να δανειστούν με επαχθέστερους όρους.
Η γλώσσα του σώματος, εδώ
Παράγωγα, Μόχλευση.
Πολλά χρόνια πριν από την κρίση, τα παράγωγα (derivatives) ανακαλύφθηκαν ώστε να προστατεύονται παραγωγοί που πλήττονταν από τα σκαμπανεβάσματα της ζωής, του καιρού και των αγορών. Π.χ. οι αγρότες που ποτέ δεν ήξεραν σε τι τιμή θα πουλήσουν τη σοδειά τους. Για αυτόν τον σκοπό ιδρύθηκε η αγορά αγαθών μελλοντικής παράδοσης (futures market). το λεγόμενο Chicago Commodities Exchange (που αρχικά ονομαζόταν Chigago Butter and Egg Board). Πώς λειτουργεί; Απλά κάποιο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δημιουργεί έναν χάρτινο τίτλο, ένα συμβόλαιο, το οποίο δίνει το δικαίωμα στον αγοραστή του να πληρώσει μια συγκεκριμένη τιμή $τ για Χ τόνους σιταριού του Jack του αγρότη παραγωγής 2015. Έτσι, και ο αγοραστής ξέρει εκ των προτέρων πόσο θα του κοστίσουν το 2015 οι Χ τόνοι σιταριού και ο Jack ξέρει πόσα θα πάρει, ακριβώς, πουλώντας Χ τόνους το 2015 (για την ακρίβεια, θα πάρει $τ επί Χ). Έστω ότι το συμβόλαιο αυτό το αγοράζει η Jill το 2011 προς ένα χρηματικό ποσό $π. Μπορεί να το κρατήσει, σε περίπτωση που όντως την ενδιαφέρει να αγοράσει Χ τόνους σιταριού το 2015 προς $τ το τόνο (π.χ. έχει εργοστάσιο αλεύρων), ή να το πουλήσει εφόσον έχει ανάγκη από ρευστό ή επειδή της το ζητάνε κάποιοι για πολύ περισσότερα από τα $μ που έδωσε για να αγοράσει το δικαίωμα αγοράς Χ τόνων σιταριού το 2015 προς $τ τον τόνο. Με αυτόν τον τρόπο ο τίτλος ιδιοκτησίας στο δικαίωμα αγοράς μιας ποσότητας σιταριού που θα παραχθεί στο μέλλον σε μια συγκεκριμένη τιμή αποκτά μια δική του αγορά στην οποία αγοράζεται και πωλείται: την αγορά παραγώγων (derivatives). Η διαφορά των options από τα futures έγκειται στο ότι, ενώ ένα option σου δίνει το δικαίωμα σε μια μελλοντική αγορά ποσότητας σε τιμή, ένα future σε υποχρεώνει να προβείς σε αυτήν την αγορά (για αυτό τα futures είναι φθηνότερα από τα options).
Αυτός ο τίτλος ιδιοκτησίας ονομάζεται παράγωγο (derivative0) ή future ή future derivative ή option αγοράς καθώς δεν σου αποδίδει ιδιοκτησιακό δικαίωμα σε κάποιο υπάρχον αγαθό αλλά, αντίθετα, σου δίνει το δικαίωμα ή την υποχρέωση να αγοράσεις ένα αγαθό στο μέλλον (το οποίο μπορεί να μην έχει παραχθεί ακόμα) σε μια συγκεκριμένη τιμή. Γιατί να αλλάζει η τιμή του στην πορεία του χρόνου; Επειδή αλλάζουν οι προσδοκίες όσον αφορά τη μελλοντική τιμή του αγαθού (του σιταριού στην προκειμένη περίπτωση) ως απόρροια νέων προβλέψεων για τη ζήτηση του αγαθού, για το κόστος παραγωγής, για τις προτιμήσεις των καταναλωτών κ.λπ.
Δεν πέρασαν πολλά χρόνια, και οι «παίκτες» του Χρηματιστηρίου σκέφτηκαν τρόπους να χρησιμοποιήσουν τη λογική των παραγώγων για να αυξάνουν τα κέρδη τους από τις αγοραπωλησίες μετοχών. Ας πάρουμε έναν «παίκτη» που σκέφτεται να αγοράσει €1 εκατομμύριο μετοχές στην Εκδοτική Ποταμός (λέμε τώρα!) επειδή κάποιος του σφύριξε ότι η μετοχή αυτή θα πάει καλά. Από την άλλη, δεν είναι σίγουρος και θέλει να εξασφαλίσει ότι, αν η μετοχή αυτή δεν ανέβει, οι ζημίες του θα περιοριστούν. Τι κάνει λοιπόν; Αγοράζει, μαζί με τις μετοχές €1 εκατ. της Ποταμός, και ένα παράγωγο που του δίνει το δικαίωμα να πουλήσει στο μέλλον τις μετοχές αυτές προς €800.000. Έστω ότι το παράγωγο αυτό, που λέγεται option to sell (οπσιόν πώλησης, ελληνιστί), του κοστίζει €θ. Σε περίπτωση που όλα πάνε καλά, και η μετοχή της Ποταμός εκτοξευθεί, τα κέρδη του θα είναι μεγάλα και το μικρό κόστος ασφάλισης, το αντίτιμο €θ, δεν θα τον έχει πειράξει και πολύ. Αντίθετα, αν η αξία των μετοχών αυτών πέσει, π.χ, 40%, αντί να χάσει €400.000 θα χάσει μόλις €200.000 (συν το ασφάλιστρο €θ).
Ως εδώ καλά. Έλα όμως που οι φωστήρες των χρηματιστηρίων είχαν κι άλλη μία φαεινή ιδέα! Τι σκέφτηκαν οι αθεόφοβοι; Σκέφτηκαν ότι, αντί να αγοράσουν προς €θ το δικαίωμα (δηλαδή, το option to sell) να πουλήσουν μετοχές της Ποταμός στην αρχική τιμή, να αγοράσουν το δικαίωμα να… αγοράσουν κι άλλες -δηλαδή να αγοράσουν option to buy (οπσιόν αγοράς). Γιατί; Να σας πω: Σε περιόδους ανόδου των μετοχών (θυμάστε το δικό μας χρηματιστηριακό θαύμα πριν από το 2000;) η αγορά ενός option to buy είναι χρυσοφόρος. Να ένα παράδειγμα: Αγοράζεις €1 εκατ. μετοχές της Ποταμός και, επιπλέον, πληρώνεις €100.000 για να αγοράσεις το δικαίωμα να αγοράσεις στο μέλλον (option to buy) άλλο €1 εκατ. αυτών των μετοχών στην ίδια τιμή που πλήρωσες σήμερα. Έστω ότι η μετοχή της Ποταμός ανεβαίνει 40% μέσα στο χρονικό διάστημα που ισχύει το option. Τότε έχεις κερδίσει €700.000 καθαρά από μία επένδυση του €1,1 εκατομμυρίου. Απόδοση (ή ποσοστό κέρδους) 63,6%! Πιο αναλυτικά, έχεις κερδίσει $400.000 από τις μετοχές που αγόρασες, κατόπιν χρησιμοποίησες το option to buy για να αγοράσεις άλλες τόσες μετοχές (από τις οποίες κερδίζεις άλλα €400 χιλιάρικα), μείον το κόστος του option, που ήταν €100 χιλιάρικα. Σύνολο – €700.000.
Κι εκεί που νομίσατε ότι η εφευρετικότητα των φωστήρων του χρηματιστηρίου εξαντλήθηκε, η κούτρα τους κατέβασε άλλη μια φωτισμένη ιδέα. Έκατσαν τα παιδιά και το σκέφτηκαν: «Καλά, ανόητοι είμαστε;» αναρωτήθηκαν. «Γιατί ασχολούμαστε με μετοχές; Γιατί δεν αγοράζουμε μόνο option αγοράς;» Πράγματι. Αν τα €1,1 εκατομμύρια τα επένδυαν μόνο σε ορίίοη αγοράς, προς €100 χιλιάδες το κάθε ορίίοη που σου δίνει δικαίωμα αγοράς €1 εκατομμυρίου στις σημερινές τιμές, μια αύξηση στη μετοχή του 40% θα τους έφερνε ένα εκθαμβωτικό κέρδος της τάξης των €3,4 εκατομμυρίων. Πώς; Παρακολουθήστε: Αν όντως η μετοχή της Ποταμός ανέβαινε 40%, τα 11 options (που κόστισαν €100 χιλιάδες το ένα) θα τους έδιναν το δικαίωμα να αγοράσουν στο μέλλον στις σημερινές χαμηλές τιμές 11 επί €1 εκατομμύριο – €11 εκατομμύρια μετοχών. Η αξία όμως αυτών των μετοχών θα είχε πλέον φτάσει τα €15,4 εκατομμύρια (δηλαδή 40% πάνω). Άρα, θα τους έμενε η διαφορά των €4,4 εκατομμυρίων, μείον τα €1,1 εκατομμύρια που τους κόστισαν τα 11 options. Σύνολο: €3,4 εκατομμύρια, δηλαδή απόδοση 309% σε μια περίοδο που οι καταθέσεις στην τράπεζα δεν έδιναν πάνω από 3%! Δεν θέλει πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς πώς συνέβη και οι νεαροί αυτοί (γιατί οι περισσότεροι ήταν το πολύ 35 ετών) άρχισαν να δανείζονται σαν τρελοί εκ μέρους των εταιρειών τους. Μόνο που δεν το ονόμαζαν δάνειο. Το ονόμαζαν Leverage, από τη λέξη lever (μοχλός). Με πολιούχο τον Αρχιμήδη (Δώς μοι πά στώ και τάν γάν κινάσω), θεωρούσαν τα δανεικά μοχλό που θα τους βοηθούσε να κινήσουν τον κόσμο. Στα αγράμματα μάτια τους φαινόταν λογικό: με αποδόσεις της τάξεως του 300%, κάθε ευρώ που δανείζονταν το μετέτρεπαν σε €3. Όσο περισσότερα λοιπόν δανείζονταν, τόσο μεγαλύτερα τα κέρδη που έφερναν στις εταιρείες τους, τόσο μεγαλύτερα τα bonus τους, τόσο πιο γρήγορα αντικαθιστούσαν την Porsche με μια σπανιότερη Ferrari και τόσο πιο γρήγορα πλησίαζαν στην Ώρα Μηδέν, στο Κραχ του 2008 [Γιάνης Βαρουφάκης, Κρίσης Λεξιλόγιο. Οι οικονομικοί όροι που μας καταδυναστεύουν, σελίδες 112-114].
Κανόνας του Χρυσού.
Η κεντρική ιδέα του Κανόνα του Χρυσού ήταν η σταθερή ισοτιμία στη βάση της τιμής του χρυσού, μιας σταθερής αξίας που κανείς άνθρωπος (μετά την αποτυχία των αλχημιστών) δεν μπορεί να δημιουργήσει. Οι ρίζες του βρίσκονται στην (ξεπερασμένη πλέον) πεποίθηση ότι το νόμισμα πρέπει, για να μη γίνει κάλπικο, είτε να περιέχει κάποιο πολύτιμο μέταλλο είτε να αντιστοιχεί σε μια ποσότητα πολύτιμου μετάλλου που βρίσκεται κλειδωμένη, περιμένοντας, σε κάποιο θησαυροφυλάκιο.
Ο Κανόνας του Χρυσού ήταν στις δόξες του στον 19ο αιώνα και «απεβίωσε» μετά το Κραχ του 1929. Τα συμμετέχοντα κράτη συμφωνούσαν: (α) να «κλειδωθεί» το κάθε νόμισμα με την τιμή του χρυσού σε μια σταθερή ισοτιμία και (β) να δεσμευτεί η κάθε κυβέρνηση να μην αλλάζει την ποσότητα του χρήματος στην οικονομία της, αν δεν έχει αποκτήσει περισσότερο χρυσό. Το σκεπτικό των (α) και (β) ήταν απλό: Να εμποδίζονται τα κράτη από το να τυπώνουν χρήματα για τις ανάγκες τους ώστε να εξασφαλίζεται ο μηδενικός πληθωρισμός και να επικρατεί συναλλαγματική σταθερότητα διεθνώς.
Η οικονομική θεωρία που κρυβόταν πίσω από τον Κανόνα του Χρυσού ήταν η πιο απλοϊκή μορφή της λεγόμενης Ποσοτικής Θεωρίας του Χρήματος. Βασική παραδοχή (αν και σιωπηλή) της θεωρίας αυτής ήταν ότι μια μακρά οικονομική κρίση είναι αδύνατον να συμβεί εάν οι αγορές λειτουργούν απρόσκοπτα. Ο απόλυτος αποκλεισμός από το θεωρητικό της πλαίσιο της πιθανότητας οι αγορές εργασίας και χρήματος να μην ανακάμψουν μετά από ένα Κραχ αποδείχθηκε η αχίλλειος πτέρνα της θεωρίας και, τελικά, η καταδίκη του Κανόνα του Χρυσού κατά τη διάρκεια της Κρίσης του 1929. Πράγματι, με το που ξέσπασε το Κραχ το 1929 και καθώς κατέστη φανερό ότι η Κρίση του 1929 δεν θα περνούσε από μόνη της (μέσα από την αυτόματη ανάκαμψη των αγορών εργασίας και χρήματος – για λόγους που εξήγησε ο Keynes), αυτές οι ελλείψεις και ανεπάρκειες φανερώθηκαν. Σιγά-σιγά, οι χώρες-μέλη του Κανόνα του Χρυσού τον εγκατέλειψαν. Η Βρετανία και η Γαλλία το 1931 και οι ΗΠΑ αμέσως μετά την εκλογή του προέδρου Roosevelt. Η Ολλανδία, που του έμεινε πιστή πιο πολύ από όλους, υπέφερε και τη μεγαλύτερη πτώση του ΑΕΠ από τα υπόλοιπα πρώην μέλη του.
Ο Κανόνας του Χρυσού αναβίωσε σε κάποιο βαθμό μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό την έννοια ότι στο πλαίσιο του Συστήματος Bretton Woods το δολάριο παρέμεινε μετατρέψιμο (σε σταθερή ισοτιμία) με τον χρυσό. Με την κατάρρευση του Συστήματος Bretton Woods ο Κανόνας του Χρυσού πέρασε στην οικονομική ιστορία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έπαψε να έχει σημασία. Πολλοί είναι εκείνοι που επιμένουν στην ποσοτική θεωρία του χρήματος στην οποία στηριζόταν. Και πολλά είναι τα μαθήματα που θα έπρεπε να πάρουν οι διαχειριστές των συστημάτων σταθερών ισοτιμιών (π.χ. της δικής μας Ευρωζώνης) από τον θάνατο του Κανόνα του Χρυσού στα άκαρδα χέρια της Κρίσης του 1929: Κανένα κοινό νόμισμα ή σύστημα σταθερών ισοτιμιών δεν μπορεί να επιβιώσει μιας Κρίσης χωρίς έναν καλά δομημένο Μηχανισμό Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων.