ΠΟΙΗΣΗ

1. Καβάφης.

Θεόδοτος.

Αν είσαι απ΄ τους αληθινά εκλεκτούς,

την επικράτηση σου κοίταζε πως αποκτάς.

Όσο κι αν δοξασθείς, τα κατορθώματα σου

στην Ιταλία και στη Θεσσαλία

όσο κι αν διαλαλούν οι πολιτείες,

όσα ψηφίσματα τιμητικά

κι αν σ΄ έβγαλαν στη Ρώμη οι θαυμασταί σου,

μήτε η χαρά σου, μήτε ο θρίαμβος σου θα μείνουν,

μήτε ανώτερος-τι ανώτερος;-άνθρωπος θα αισθανθείς,

όταν, στην Αλεξάνδρεια, ο Θεόδοτος σε φέρει,

επάνω σε σινί αιματωμένο,

του αθλίου Πομπηίου το κεφάλι.

Και μη επαναπαύεσαι που στη ζωή σου

περιορισμένη, τακτοποιημένη, και πεζή,

τέτοια θεαματικά και φοβερά δεν έχει.

Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου

το νοικοκυρεμένο σπίτι μπαίνει-

αόρατος, άυλος-ο Θεόδοτος,

φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.

Τείχη.

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη.

Διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.

Α, όταν έκτιζαν τα τείχη πως νη μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ΄έκλεισαν από τον κόσμον έξω

Όσο μπορείς.

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντας την,
γυρίζοντας συχνά κι εκθέτοντας την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησίαν,
ώσπου να γίνει σα μια ξένη φορτική

Θερμοπύλες.

Τιμή σ΄ εκείνους όπου στη ζωή των
όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες.
Δίκαιοι κι ίσιοι σ΄όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία.
Γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, παλ΄ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε.
Πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν [και πολλοί προβλέπουν]
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κι οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Ιθάκη.

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δε θα βρεις,
αν μέν΄ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μές στη ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστηση, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους.
Να σταματήσεις σ΄εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν΄ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά.
Σε πόλεις αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ΄τους σπουδασμένους.

Πάντα στο νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμο εκεί ειν΄ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει.
Και γέρος πια να αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ΄ έδωσε τ΄ ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα ΄βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πιά.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Απιστία.

Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για το βλαστό που θάβγαινε από την ένωση των.
Είπε, Ποτέ αυτόν αρρώστια δε θ΄αγγίξει
και θα΄χει μακρινή ζωή.- Αυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Αχιλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Αλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κι είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τρία.
Κι η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κι έβγαλε από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παλιά εθυμήθη.
Και ρώτησε το έκαμνε ο σοφός Απόλλων,
που γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, που γύριζεν ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νιάτα.
Κι οι γέροι την απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα [Καβάφης].

Παρατήρηση: Στον περίφημο διάλογο Κροίσου- Σόλωνα, απάντησε ο Σόλωνας, μεταξύ άλλων, “Ω Κροίσε, επιστάμενον με το θειον παν εόν φθονερόν τε και ταραχώδες επειρωτάς ανθρωπήιων πρηγμάτων πέρι. Εν γαρ τω μακρώ χρόνω πολλά μεν έστι ιδείν τα μη τις εθέλει, πολλά δε και παθείν. Μετάφραση. Κροίσε, με ρωτάς για τα ανθρώπινα πράγματα, εμένα που ξέρω ότι οι θεοί φθονούν την ευτυχία των θνητών και την αναστατώνουν. Σε μια μακρά ζωή, βλέπει κανείς πράγματα που δε θάθελε να δει και είναι πολλά τα παθήματα του” [Ηρόδοτος, Ιστορίαι, Κλειώ, 32].

Μάρτιαι Είδοι.

Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς.Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.
Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια,
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβης,
τότε κυρίως πρόσεξε σαν βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά “Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ΄ενδιαφέρουν”,
μη λείψεις να σταθείς. Μη λείψεις ν΄αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά. Μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
[τους βλέπεις πιο αργά]. Ας περιμένει ακόμη
κι η Σύγκλητος αυτή, κι ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.

Περιμένοντας τους βαρβάρους.

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάνουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στη Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθονται οι Σύγκλητοι και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί εσηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορόνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυο ύπατοι μας κι οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες;
Γιατί βραχιόλια με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια;
Γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ΄ ασήμια και μάλιστα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

-Γιατί κι οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι αυτοί βαριούνται ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν΄αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κι η σύγχυσις; [Τα πρόσωπα, τι σοβαρά που εγίναν!].
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κι οι πλατείες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ΄ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις
.

Παρατήρηση: Αντικαταστήστε τους βαρβάρους με το πολιτικό κόστος και θα γίνει αντιληπτό πόσο επίκαιρο είναι αυτό το αριστούργημα του Αλεξανδρινού.

che fece … il gran rifiuto.

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα

που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι

να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ‘χει

έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντας το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθηση του.

Ο αρνηθείς δε μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,

όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει

εκείνο τ΄  όχι-το σωστό-εις όλην την ζωήν του.

Τρώες.

Είν΄ οι προσπάθειες μας των συφοριασμένων.

Είν’  οι προσπάθειες μας σαν των Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε, κομμάτι

παίρνουμε επάνω μας. Κι αρχίζουμε

να  ’χουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.

Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.

Εί’  οι προσπάθειες μας σαν των Τρώων.

Θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη

θ΄ αλάξουμε της τύχης την καταφορά,

κι έξω στεκόμεθα ν΄ αγωνισθούμε.

Αλλ’  όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κι η απόφασις μας χάνονται.

Ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει.

Κι ολόγυρα απ΄ τα τείχη  τρέχουμε

ζητώντας να γλυτώσουμε με τη φυγή.

Όμως η πτώση μας είναι βεβαία. Επάνω,

στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κι αισθήματα.

Πικρά για μας ο Πρίαμος κι η Εκάβη κλαίνε.

Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες.

Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ’  ευκλεώς.

τους πανταχού νικήσαντες μη φοβηθέντες.

Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος κι ο Κριτόλαος.

Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν,

“τέτοιους βγάζει το έθνος μας θα λένε

για σας”. Έτσι θαυμάσιος θάναι ο έπαινος σας.

Αγωνιστές της ζωής είναι και αυτοί που μιλούν, ακόμη και λίγο, εδώ

2. Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Τι ωφελεί η καλοσύνη;

Τι ωφελεί η καλοσύνη

όταν οι καλοί παρευτύς δολοφονούνται

ή δολοφονούνται αυτοί

που δέχονται την καλοσύνη;

Τι ωφελεί η λευτεριά

όταν οι λεύτεροι αναγκάζονται να ζουν αντάμα

με τους σκλάβους;

Τι ωφελεί ηλογική

όταν το παράλογο μονάχα εξασφαλίζει την τροφή

που ο καθένας χρειάζεται;

Αντί να είστε καλοί μονάχα, προσπαθείστε

να δημιουργήσετε μια κατάσταση που να κάνει

δυνατή την καλοσύνη, ή καλύτερα

περιττή!

αντί να είστε λεύτεροι μονάχα, προσπαθείστε

να δημιουργήσετε μια κατάσταση που να λευτερώνει όλους

που να κάνει ακόμα και την αγάπη για λευτεριά

περιττή!

Αντί να είστε λογικοί μονάχα, προσπαθείστε

να δημιουργήσετε μια κατάσταση

που να μεταβάλλει το παράλογο στον άνθρωπο

σε μια επιχείριση κακή!

3. Παλαμάς

Ο θάνατος των Θεών.

Τέλους κανενός, καμιάς αρχής
τη δική μου γνώμη φράχτης
δεν ορίζει. Είμαι του Τίποτε
πανελεύθερος ο κράχτης.

Είμαι εγώ που σβήνω το Γιατί
κι είμαι ο απαρνητής του Κάτι.
-Αεροπέρνα ακαβαλίκευτο
της ερμιάς αδάμαστο άτι!

Της βλαστήμιας τ΄ αστραπόβροντο
απ΄ τα μάτια μου ποτέ
κι απ΄ τα χείλια μου δεν ξέσπασε
προς εσένα, όποιε, θεέ!

Ούτε μιας στιγμής δε γνώρισα
για σε πόθο, φόβο, οργή.
ποιος χτυπάει το δε στοχάζεται
και ποιος τρέμει το δε ζη;

Τόσο να καρφώνω προς εσέ
δύναμαι το στοχασμό,
όσο δύναμαι στη θάλασσα
πεζοδρόμος να διαβώ.

Μήτε πρόσπεσα στον ίσικιο σου,
κια για να σου δεηθώ
γω δε δέθηκα τρεμάμενος
με κανέναν ουρανό.

Και στη γλώσσα που τη μίλησα
και-που; πότε; πως;-την πήρα
και τη φύλαξα σα λείψανο
ξεσκισμένο από πορφύρα,

και στη γλώσσα που ξανάυφανα
μ΄ όλα που έχω θησαυρίσει
τα χρυσόλογα χιλιόλογα
απ΄ Ανατολή και Δύση,

μια πλανεύτρα λέξη αγρίκητη
μια είναι μόνο. η προσευχή!
Ω ναοί, προφήτες, είδωλα,
είδωλα, προφήτες, ναοί!

Από σας μακριά όπου πάτησα,
με το πάτημα μου εφάνη
το γραμμένο μαγιοβότανο,
το μελλόμενο βοτάνι.

με το πάτημα μου βλάστησε
το βοτάνι που λυτρώνει,
και με τη ζωή μου ολάνθισε,
και στην έρημο φυτρώνει,

το βοτάνι της ανάστασης!
Πότε θάρθει η ώρα, η ώρα
ν΄ απλωθεί μέσ΄ απ΄ την έρημο
στην πολύκοσμη τη χώρα!

Ν΄ ανακράξει ο κόσμος κόβοντας
τ΄ άνθια σου τα νικηφόρα
κι ανασαίνοντας τα μύρια τους-
πότε θάρθει η ώρα, η ώρα!

Ω το υπέρτατο τ΄ ανάσπασμα,
ω το ανάκρασμα της νίκης
ύστερ΄ από κάτεργα σκλαβιάς
κι από χρόνια καταδίκης!

Στην ημέρα όταν ο άνθρωπος
νέα παρθένα ροδοκάλλια
ξαναφέρει από την άβυσσο
σαν πρωτόβγαλτα κοράλλια.

όταν ο ουρανός από βραχνάς
της ψυχής και από φοβέρα
άπειρο αδειανό και αδιάφορο
ξαναγίνει πέρα ως πέρα!

Όμως ο άνθρωπος αν γράφτηκε
για πολύ να σε προσμένει,
ω βοτάνι εσύ ανιστόριστο,
κι΄ εμπρός πάντα να πηγαίνει

σπαταλώντας το λιβάνι του
στα φαντάσματα των όλων
και τη δύναμη του λάτρισσα
στα ποδάρια των ειδώλων,

κι αν προφήτες θέλει και καλά,
θεών τρανούς διαλαλητάδες,
κι αν τεχνίτες θέλει και καλά,
κάθε ειδώλου δουλευτάδες,

είμ΄ εγώ ο προφήτης, είμ΄ εγώ,
κ΄ ήρθα για να διαλαλήσω
βασιλιά θεό το Τίποτε
στον αιώνα εμπρός και πίσω.

Χωρίς έχτρα, χωρίς έρωτα,
ο τεχνίτης ήρθα εδώ
για των ψευτονείρων σου, άνθρωπε,
το ναό να πλάσω εγώ

τέρας άγαλμα το Τίποτε
μ΄ όλες τις θρησκείες της πλάσης,
τέρας για να φοβηθείς
και μαζί για να γελάσεις! [Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου]

Δουλευτής.

Κι΄έσκυψα προς την ψυχή μου,

σα στην άκρη πηγαδιού,

κι έκραξα προς την ψυχή μου

με το κράξιμο του νου.

κι από το πηγάδι το βαθύ,

σαν από ταξίδια, ξένη,

προς εμένα ανεβασμένη

ξαναγύρισε η φωνή.

Είσαι μόνος, είσ΄ ο ασύγκριτος,

είσαι ο χωριστός,

στα μεγάλα τα πετάματα όλο υψώνει σε

κι είναι ο νους σου χρυσαητός.

και η ζωή σου με τις έγνοιες

είναι σαν τα παιγνιδίσματα

του ήλιου με τα σύννεφα. σα θάνατος

όταν ο ήλιος δεν τα καταλή,

στη ματιά που τα θωρεί

κάνει τα, σαν πλάστης, κόσμους.

Παιγνιδίσματα … πετάματα … ο ασύγκριτος ..

μην το παινευτείς!

Σίμωσε, άπλωσε το χέρι, βόηθα,

γίνε δουλευτής.

ταίριαζε, άκουε, φρόντιζε και ρώτα,

γείρε, αν θέλης να υψωθής.

νίκη σου, ανυπόταχτε, σ΄ εσέ να πης:

“υποτάξου πρώτος!”

Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχοντας

κι ο εξουσιαστής

του θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σου.

γίνε δουλευτής.

Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα,

ρίχ’  το δαχτυλίδι σου αρραβώνα

μεσα στο κανάλι του λαού.

ένας γίνε από τους στύλους τους αμέτρητους

του μεγάλου έργου του συντροφικού…

*

Λαμπαδιάζει το καμίνι.

με του αγέρα τα φτερά

Λάμια αχόρταγη ξεσπάει

και λυσσομανά η φωτιά.

Κι άδραξε το σίδερο η φωτιά

κι απ΄ τα δόντια της θα βγη

σα λιοντάρι δαμασμένο

από ξωτικού βουλή.

Και τ΄ ασάλευτο τ΄ αμόνι

και τ΄ ολόγοργο σφυρί

βροντερή μια μάχη αρχίζουν,

και είναι πλάστης το σφυρί.

Σφυροκόπα τις καδένες,

ω, πιο ελεύτερε κι απ’  το τριγύρισμα

του φτερού,

σφυροκόπα τις καδένες και τα σίδερα

του κακού,

και για τον προφήτη σφυροκόπα

τα καρφιά του σταυρωμού…

Χέρι μου, το σίδερο παράτα,

πάψ” εσύ, σφυρί, τον πόλεμο,

που πολέμαες με τ’  αμόνι.

είμαι ο δουλευτής χαλκιάς

που άλλα θέλησε και που άλλα

κατορθώνει.

Είμαι ο πλάστης ο χαλκιάς

που δεν πλάθει το σφυρί μου

μήτ’  εσέ, καρφί, ούτ’  εσάς,

άρματα, σπαθιά, κοντάρια,

μήτε την καμπάνα σου, εκκλησιά,

αλυσίδες ούτε, ούτε κλειδιά,

μηδέ τα κουδούνια για τ΄ αρνιά,

και για τα οργώματα τ’  αλέτρια,

μήτε για το σπίτι τα κλινάρια,

ούτε δρέπανα, ούτε χαλινάρια.

Είμαι ο πλάστης ο χαλκιάς

που δεν πλάθει το σφυρί μου

άλλο απ΄ τα πανώρια τ΄ ανωφέλευτα.

και μια τέχνη πρωτοταίριαστη κι αταίριαστη

η δική μου.

Και είμαι ο μάγος της φωτιάς κι απλώνω μέσα της

και τα φίδια και τα τέρατα της κλέβω,

και στο σίδερο κι ακόμα πιο παράξενα

τα δουλεύω.

Και είμαι ο σφυροκοπητής

που σφυροκοπάει αντί σπαθιά

κάποια αφύσικα λουλούδια,

και είμ’  ο δαμαστής ο γύφτος

που γεννάει από τη φλόγα

κύκλους, ίσκιους, γρύπες, μάγια,

κάποιες ρηγικές κορώνες,

λάμιες, ξωτικές, γοργόνες

για καράβια, για σαράγια,

που δεν είναι πια ή δεν είναι ακόμα.

τ’  ανωφέλευτα, τ’  αχρείαστα και τ’  αλλόκοτα,

που τους λείπει πότε πρόσωπο,

που τους λείπει πότε σώμα,

που τους λείπει πάντα τ’  όνομα.

Κι όσα οργίζουν τους ανθρώπους

που κοιμούνται ανοιχτομάτες.

κι όσα διώχνουν οι διαβάτες

και όσα δε ριζώνονται σε τόπους,

και όσα αγάπες δε ξυπνήσαν πουθενά

κι όσα πουθενά δεν ηύρανε πελάτες!

Και είμαι ο σφυροκόπος που ξαφνίζει

και τρομάζει και μακραίνει.

όπου μαλακώτατη η δουλειά

θάβγαινε απ΄ τον άλλο τον τεχνίτη,

της φυσά η πνοή μου της δουλειάς

κάτι βάρβαρο και αδούλευτο,

πιο τραχύ από το γρανίτη.

Κι όπου ο άνθρωπος προσμένει

να το πιάση με τα χέρια του απ΄ τα χέρια μου

πλάσμα ασάλευτο και στέρεο και σκληρό,

άθελα του φέρνω με τα χέρια μου

μια ψυχούλα, μιαν αχτίδα, ένα αφρό.

Κι όταν είδα να ξεφεύγουν ένας ένας

όλοι όσοι σταθήκανε και πρόσμεναν,

απ΄ αδέρφια κι από αλλόφυλους χορός,

πίσω, πλάι μου και μπροστά μου

κάτι καλοπρόσδεχτο απ΄ τη μαστοριά μου,

κι όταν πάλε κι όταν είδα εγώ πως ήμουν

τ΄ άκαρπο δεντρί,

μήτε τόβαλα κατάκαρδα,

μήτε το παινεύτηκα.

νέα στο νου μου φύτρωσε βουλή.

το σφυρί πετώ, και στο καμίνι

σβήνω τη φωτιά.

κι άδραξα το γύφτικο ζουρνά,

και παντού μ΄ ακούσαν και μ΄ αγνάντεψαν

τόποι και λαοί

λαλητή [Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου].

Περιμένοντας τους βαρβάρους, εδώ

Ιθάκη, εδώ

Ντίνος Χριστιανόπουλος [καταπληκτικός], εδώ

Κωστής Παλαμάς [ΠΗΓΗ].

Τριλογία τοῦ θυμοῦ

Οἱ Καλόγεροι

Εἴμαστ᾿ οἱ ἄνεργοι καὶ οἱ ἄχαροι,

καὶ τῆς ζωῆς εἴμαστ᾿ ἐμεῖς οἱ καταλαλητάδες,

γιὰ νὰ πατᾶμε καὶ νὰ σβήνουμε εἴμαστε

τὰ ὡραῖα καὶ τ᾿ ἀληθινά, τ᾿ ἄνθια καὶ τὶς λαμπάδες.

Τὸν ἥλιο καὶ τὰ ἡλιόχαρα ὀχτρευόμαστε,

καὶ τὶς ἀγάπες τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ παιδιοῦ τὰ γέλια,

μὲ νεκροσάβανο σκεπάζουμε

τὸ Λόγο τὸν τετράψυχο στὰ γαληνὰ Βαγγέλια.

Εἴμαστ᾿ ὁ κούφιος ἦχος ὁ παράταιρος

στῶν κεραυνῶν τὸ ταίριασμα καὶ στῶν κελαιδημάτων,

χαλάσματα καὶ σκιάχτρα κάνουμε

τοὺς θείους ναοὺς καὶ τὰ λευκὰ κορμιὰ τῶν ἀγαλμάτων.

Μὰ νὰ ὁ ραγιᾶς τὰ σύντριψε τὰ σίδερα,

«Ζωή!» ὁ Τεχνίτης ἔκραξε, Σοφέ, ἀλαλάζεις «Νίκη!»

φύγαμε τότε καὶ τρυπώσαμε

μέσ᾿ στῶν ἐρήμων τὶς μονιὲς καὶ γίναμεν οἱ λύκοι.

Καὶ τώρα κάθε ποὺ ἀπαντήσουμε

τὴν Ὑπατία τὴν ἄτρομην Ἰδέα τὴν ἀστρομάτα,

τὴ σφάζουμε, τὴ χιλιοκομματιάζουμε,

καὶ – ὦ λύσσα! – τὰ κομμάτια της τὰ ρίχνουμε στὴ στράτα.

 Ἡ βέργα τοῦ Ζωΐλου

Στὴν πλάση, ἀπὸ τῆς θάλασσας τὴ μάνητα

ὡς τὸν τριγμὸ τοῦ σαρακιοῦ, κι ἀπ᾿ τὸ βουνὸ ὡς τὸ χνούδι,

καὶ μέσα στὰ βουβὰ καὶ μέσ᾿ στ᾿ ἀσίγητα,

στὰ πάντα δυσκολόβρετο κοιμᾶται ἕνα τραγούδι.

Καὶ τὸ τραγούδι τὸ ξυπνᾶνε οἱ Ὅμηροι,

σάρκα τοῦ δίνουν, ψυχή, φῶς, τὸ κάνουν πλάσμα καὶ ἄστρο,

κ᾿ ὕστερα ἐσεῖς, κιθάρες δρόμο δόστε του!

Μὲ τὸ τραγούδι ὑψώνεται τῆς Πολιτείας τὸ κάστρο,

μέσ᾿ στὸ τραγούδι ὁ Νόμος πρωτοβλάστησε,

κι ἀπὸ τῆς λύρας τὰ ὄνειρα τὰ ἔργα τὰ μεγάλα

οἱ δόξες τῶν ἐθνῶν τῶν κοσμοξάκουστων

κρατοῦνε πρωτοβύζαχτο τοῦ τραγουδιοῦ τὸ γάλα.

Γιὰ τοῦτο πλάστες καὶ προφῆτες οἱ Ὅμηροι,

ἀταίριαστοι, ἀδασκάλευτοι, ἄκακοι, ξένοι, ὡραῖοι

μέσα στὴ θεία τους γλώσσα τὴν ἀγράμματη

Ἡρώων ἀλαλάζει λαός, μιᾶς μάννας καρδιὰ κλαίει.

Μέσα στὴ θεία τους γλώσσα τὴν ἀγράμματη

μὲ πρόσωπο Πεντάμορφης εἶναι γραμμέν᾿ ἡ Ἰδέα,

ζωές, ἀλήθειες, πάθια, λαχταρίσματα,

κι ὅλα ὅσα λέτε, ἀστόχαστοι καὶ ἀνίδεοι, χυδαῖα!

Γιὰ τοῦτο καταριέστε τὸ τραγούδι τους,

ποὺ ρέει γοργὰ μὲ τὰ νερὰ ψηλάθε τὰ καθάρια,

ἐσεῖς, τοῦ Ξεπεσμοῦ λουλούδια ἀτίμητα

σᾶς ἔχει ὁ νοῦς ἀπόπαιδα κ᾿ ἡ ἀσκημιὰ βλαστάρια!

Γιὰ τοῦτο, ἂν κάνουν οἱ Ὅμηροι νὰ τρέμετε,

τρομάρα τοῦ ἀνεμόδαρτου στὸ δέντρο ἀπάνω φύλλου,

τῶν Ὁμήρων τους ἴσκιους δὲν τοὺς τρέμετε.

Κι αὐτοὺς χτυπᾶτε, παίρνοντας τὴ βέργα τοῦ Ζωίλου!

Ὁ ποιητής

Μόνος. Ἕν᾿ ἄδειο ἀπέραντο τριγύρω μου,

καὶ μιᾶς πολέμιας χλαλοῆς ἀσώπαστη ἡ φοβέρα.

Κι ὅταν ἐκείνη κατακάθεται,

μόνος, θανάσιμη σιωπὴ παγώνει πέρα ὡς πέρα.

Μόνος. Μ᾿ ἀρνήθηκαν οἱ σύντροφοι,

κι ἀπὸ τὸ πλάι μου γνωστικὰ τ᾿ ἀδέρφια τραβηχτῆκαν.

Μ᾿ ἔδειξε κάποιος. – Νὰ τος! – Καταπάνω μου

γυναῖκες, ἄντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιὰ ριχτῆκαν.

Τὸ χέρι τὸ ἀκριβὸ τῆς Ὁδηγήτρας μου,

ποὺ μὲ κρατοῦσε, ἀνοίχτηκε πρὸς ἄλλα χάιδια … Μόνος.

Σὲ βάθη μυστικὰ περνοῦνε ἀστράφτοντας

τῶν ἀσκητάδων οἱ χαρές, τοῦ μαρτυρίου ὁ θρόνος.

Φωτιά ῾βαλαν, τὸ κάψανε τὸ σπίτι μου,

καὶ σύντριψαν τὴ λύρα μου μὲ τὴ βαθιὰ ἁρμονία.

Τὴν Πολιτεία δυὸ Λάμιες τὴ ρημάζουνε:

ἡ λύσσα τοῦ καλόγερου, τοῦ δασκάλου ἡ μανία.

Τῆς Πολιτείας ἡ πόρτα κλείστηκε,

μὲ διώξανε, ἔρμος βρέθηκα στὰ ἕρμα μονοπάτια

καὶ τῆς Ἰδέας τῆς ἀστρομάτας, ποὺ ἔσφαξαν

ἀπὸ τὴ στράτα μάζωξα τὰ ὁλόφωτα κομμάτια.

Καὶ τἄσπερνα στὸ διάβα μου, καὶ φύτρωναν

ἐδῶ παράδεισοι, κ᾿ ἐκεῖ βασίλεια, κ᾿ ἐκεῖ πέρα

παλάτια κ᾿ ἐκκλησιὲς καὶ δρακοντόκαστρα.

Κι ὅλα στὴν ἴδια εὐφραίνονταν ἀνύχτωτην ἡμέρα.

1901

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.