
Την υπερεργασία δεν την εφεύρε το κεφάλαιο. Παντού όπου ένα μέρος της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής, ο εργάτης, ελεύθερος είτε ανελεύθερος, είναι υποχρεωμένος στο χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για τη συντήρηση του εαυτού του να προσθέτει παραπανίσιο χρόνο εργασίας για να παράγει τα μέσα συντήρησης για τον ιδιοχτήτη των μέσων παραγωγής, αδιάφορο αν ο ιδιοχτήτης αυτός είναι Αθηναίος «καλός καγαθός», ετρούσκος θεοκράτης, civis romanus, νορμανδός βαρόνος, αμερικάνος δουλοχτήτης, μπογιάρος της Βλαχίας, σύγχρονος λαντλόρδος ή κεφαλαιοκράτης. Στο μεταξύ είναι καθαρό πως όταν σε ένα οικονομικό κοινωνικό σχηματισμό δεν επικρατεί η ανταλλακτική αξία, αλλά η αξία χρήσης του προϊόντος, η υπερεργασία περιορίζεται από ένα στενότερο ή ευρύτερο κύκλο αναγκών, ο χαρακτήρας όμως της ίδιας της παραγωγής δε γεννάει μια απεριόριστη ανάγκη υπερεργασίας. Απαίσια εμφανίζεται γι΄ αυτό η υπερβολική εργασία στην αρχαιότητα, όταν πρόκειται να αποχτηθεί η ανταλλαχτική αξία στην αυτοτελή χρηματική της μορφή, στην παραγωγή χρυσού και ασημιού. Καταναγκαστική δουλειά μέχρι θανάτου είναι εδώ η επίσημη μορφή της υπερεργασίας. Φτάνει να διαβάσει κανείς το Διόδωρο το Σικελιώτη. Ωστόσο, στον αρχαίο κόσμο αυτές είναι εξαιρέσεις. Μόλις όμως οι λαοί που η παραγωγή τους κινείται ακόμη στις κατώτερες μορφές της εργασίας του δούλου, της αγγαρείας κλπ τραβηχτούν σε μια παγκόσμια αγορά που κυριαρχείται από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και κάνει κύριο συμφέρον την πούληση των προϊόντων τους στο εξωτερικό, προστίθεται στις βάρβαρες φρικαλεότητες της δουλείας, της δουλοπαροικίας κλπ, η πολιτισμένη φρικαλεότητα της υπερβολικής εργασίας. Γι΄ αυτό, η εργασία των μαύρων στις νότιες Πολιτείες της αμερικανικής Ένωσης διατηρούσε κάποιο μετριοπαθή πατριαρχικό χαρακτήρα, όσο η παραγωγή απόβλεπε κυρίως στην κάλυψη των άμεσων αναγκών των δουλοχτητών. Στο βαθμό που η εξαγωγή μπαμπακιού γινόταν ζήτημα ζωτικού συμφέροντος των Πολιτειών αυτών, η υπερβολική εργασία του μαύρου, και που και που η ανάλωση της ζωής του μέσα σε εφτά χρόνια εργασίας, γινόταν παράγοντας ενός υπολογισμένου και υπολογιστικού συστήματος. Δεν επρόκειτο πια για την απόσπαση από αυτόν μιας ορισμένης μάζας ωφέλιμων προϊόντων. Επρόκειτο στο εξής για την παραγωγή της ίδιας της υπεραξίας.
Ας υποθέσουμε ότι η εργάσιμη ημέρα αριθμεί 6 ώρες αναγκαία εργασία και 6 ώρες υπερεργασία. Στην περίπτωση αυτή ο ελεύθερος εργάτης προσφέρει στον κεφαλαιοκράτη 6 Χ 6 ή 36 ώρες υπερεργασία την εβδομάδα. Είναι το ίδιο σαν να δουλεύει 3 μέρες τη βδομάδα για τον εαυτό του και 3 μέρες τη βδομάδα δωρεάν για τον κεφαλαιοκράτη. Αυτό όμως δε φαίνεται. Η υπερεργασία και η αναγκαία εργασία συγχωνεύονται η μια με την άλλη. Γι΄ αυτό μπορώ την ίδια σχέση να την εκφράσω κι έτσι, λχ. Ότι στο κάθε λεπτό της ώρας ο εργάτης δουλεύει 30 δευτερόλεπτα για τον εαυτό του και 30 δευτερόλεπτα για τον κεφαλαιοκράτη. Διαφορετικά έχει το ζήτημα με την αγγαρεία. Η αναγκαία εργασία που εκτελεί λ.χ ο αγρότης της Βλαχίας για τη συντήρηση του εαυτού ου χωρίζεται χωρικά από την υπερεργασία του για το μπογιάρο. Τη μια εργασία την εκτελεί στο δικό του χωράφι, την άλλη στο αρχοντικό κτήμα. Γι′ αυτό και τα δυο μέρη του χρόνου εργασίας υπάρχουν ανεξάρτητα το ένα δίπλα στο άλλο. Στη μορφή της αγγαρείας, η υπερεργασία χωρίζεται με ακρίβεια από την αναγκαία εργασία. Είναι φανερό ότι η διαφορετική αυτή μορφή εμφάνισης δεν αλλάζει τίποτα στην ποσοτική σχέση υπερεργασίας και αναγκαίας εργασίας. Τρεις μέρες υπερεργασία τη βδομάδα παραμένουν τρεις μέρες εργασίας που δεν δημιουργεί κανένα ισοδύναμο για τον ίδιο τον εργάτη, αδιάφορο αν η υπερεργασία αυτή λέγεται αγγαρεία ή μισθωτή εργασία. Στον κεφαλαιοκράτη όμως η βουλιμία για υπερεργασία εκδηλώνεται με την τάση της άμετρης παράτασης της εργάσιμης ημέρας, στον μπογιάρο πιο απλά: με το άμεσο κυνήγι των ημερών αγγαρείας.
Οι κρίσεις, που στη διάρκεια τους διακόπτεται η παραγωγή και τα εργοστάσια εργάζονται μόνο σύντομο χρονικό διάστημα, μόνο μερικές μέρες τη βδομάδα, δεν αλλάζουν φυσικά τίποτα στην τάση για παράταση της εργάσιμης ημέρας. Όσο περισσότερο περιορίζονται οι δουλειές, τόσο μεγαλύτερο πρέπει να είναι το κέρδος από κάθε δουλειά που γίνεται. Όσο λιγότερο χρόνο μπορεί να συνεχίζεται η εργασία, τόσο περισσότερος χρόνος υπερεργασίας πρέπει να πραγματοποιείται. Να τι μας πληροφορούν οι επόπτες εργασίας για την περίοδο της κρίσης 1857-1858: «μπορεί να το θεωρήσει κανείς ασυνέπεια το γεγονός ότι γίνεται κάποια εργασία πέρα από τα κανονικά χρονικά όρια σε εποχή που πάει άσχημα το εμπόριο, όμως η κακή του κατάσταση σπρώχνει τους ασυνείδητους ανθρώπους σε υπερβασίες, έτσι εξασφαλίζουν ένα πρόσθετο κέρδος … Τη στιγμή που στην περιοχή μου 122 εργοστάσια έχουν τελείως εγκαταλειφθεί, 143 μένουν κλειστά και όλα τα υπόλοιπα εργάζονται ένα μέρος του χρόνου, συνεχίζεται η εργασία πέρα από τα χρονικά όρια που καθορίζει ο νόμος … Μόλο που λόγω της κακής κατάστασης των εργασιών, τα περισσότερα εργοστάσια εργάζονται μόνο το μισό χρόνο, εξακολουθώ, όπως και πρώτα, να παίρνω τον ίδιο αριθμό καταγγελιών ότι καθημερινά κλέβουν από τους εργάτες μισή ώρα ή 3/ 4 της ώρας με παραβιάσεις των νομοθετικά κατοχυρωμένων χρονικών ορίων του φαγητού και της ανάπαυσης». Το πρόσθετο κέρδος που βγαίνει από την υπερβολική εργασία, πέρα από το χρόνο που καθορίζει ο νόμος, φαίνεται πως αποτελεί τόσο μεγάλο πειρασμό για πολλούς εργοστασιάρχες, που δεν μπορούν να αντισταθούν σ΄ αυτόν. Υπολογίζουν στην τύχη ότι δε θα τους ανακαλύψουν και λογαριάζουν πως ακόμη και στην περίπτωση που θα τους ανακαλύψουν, το τιποτένιο πρόστιμο και τα τιποτένια δικαστικά έξοδα τους εξασφαλίζουν πάντως κάποιο κέρδος. Όπου ο πρόσθετος χρόνος κερδίζεται με το άθροισμα μικροκλοπών που γίνεται στη διάρκεια της ημέρας, οι επόπτες συναντούν αξεπέραστες σχεδόν δυσκολίες για να τις αποδείξουν. Όπως βλέπουμε, στην ατμόσφαιρα αυτή δεν αποτελεί μυστικό η δημιουργία υπεραξίας με την υπερεργασία. «Αν μου επιτρέψτε να βάζω τους εργάτες να εργάζονται μόνο δέκα λεπτά παραπανίσιο χρόνο την ημέρα, βάζετε στην τσέπη μου 1000 στερλίνες το χρόνο», μου είπε ένας αξιότιμος εργοστασιάρχης. «Τα άτομα του χρόνου είναι τα στοιχεία του κέρδους» [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος Ι, 1867, σελίδες 246-254, εκδοτικό Σύγχρονη Εποχή].
————————————-
Παρατήρηση blogger: Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ένα από τα αίτια της παρούσας “κρίσης”. Έχω τονίσει, πρόσφατα, ότι η Globalismus, είναι επιστροφή στη φεουδαρχία, με την έννοια ότι παράγεται τεράστιος πλούτος που κατανέμεται στους λίγους, εν αντιθέσει με την πρώϊμη φάση της εμφάνισης κι ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατικού οικονομικοκοινωνικού συστήματος. Αφού λοιπόν έσκασε μια από τις παρασιτικές μορφές ύπαρξης της Globalismus, το χρηματιστήριο εμπορευμάτων και αξιών, ήρθε η ώρα της δόξας της υπερεργασίας. Αυτή εμφανίζεται σήμερα με τη μορφή π.χ. Volkswagen, εργασία μερικών ωρών απλήρωτων κλπ. Αλλά όπως μας πληροφορεί ο μεγάλος και-κορυφαίος- αναλυτής αυτού του τρόπου παραγωγής, “δώστε 10 λεπτά καθημερινής υπερεργασίας και θα μου βάζετε στην στέπη μου 1000 στερλίνες!!”. Φανταστείτε τι κέρδος βγαίνει από απλήρωτες ώρες υπερεργασίας!! Και το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: η παρούσα “κρίση” για ποιον είναι; Για τον εργαζόμενο και το φτωχό αγρότη ή για τον κεφαλαιοκράτη και τον μεγαλέμπορο; Όσο θα παράγεται τεράστιος πλούτος, όπως σήμερα με την τρομακτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, κρίση οικονομική για την ανθρωπότητα δε νοείται, νοείται όμως διατάραξη των ποσοστών κλοπής ανάμεσα σε κλέπτες και θύματα κλοπής!